Ποιητές

Ύποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις -
και γίνονται πουλιά.
Τάσος Λειβαδίτης

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

Αλκιβιάδης Μαλλίδης - Ο Ηδονιστής

Ο Αλκιβιάδης Μαλλίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Σπούδασε κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Επί 25 χρόνια εργάζεται ως δημοσιογράφος στη δημόσια τηλεόραση στους τομείς του αμυντικού και του πολιτικού ρεπορτάζ.
Έχει θητεύσει ως αρχισυντάκτης σε τηλεοπτικές εκπομπές και έχει συμμετάσχει σε δεκάδες  δημοσιογραφικές αποστολές στην Ευρώπη, την Αμερική, την Ασία και τη Βόρεια Αφρική.


Ο Ηδονιστής είναι η τελευταία του ποιητική συλλογή, που εκδόθηκε από της εκδόσεις Γαβριηλίδη



«Ο πόνος είναι το διεγερτικό μου,
το παυσίπονο ενός μεγαλύτερου πόνου» 


Παίρνεις τον έλεγχο μέσα στη λάμψη της νύχτας

Παίρνεις τον έλεγχο μέσα στη λάμψη της νύχτας
άγνωστο από ποια δύναμη καθοδηγημένη
κι ενώ έκθαμβος περιμένω να με τιμωρήσεις
για ένα παράπτωμα υποθετικό
απροσδόκητα φυσάς έναν ψίθυρο γλυκό
και τα πόδια μισανοίγεις
σαν τις βαριές πύλες μιας μυστικής αυτοκρατορίας
να ημερώσω τη λέαινα που σε έχει κατακυριέψει
να μεταλάβω τον ιερό πυρετό

Θα ξεθυμάνει ο άγριος πόθος σου
μέσα στον τρανότερο αναστεναγμό θα αποτραβηχτεί
στην πιο σκοτεινή άμπτωτη της πλάσης
κι εγώ στον κόρφο σου τον ουράνιο θα κοιμηθώ
σαν δούλος τρισευτυχισμένος








Ακούστε με άγγελοι

Ακούστε με άγγελοι
Έχω έναν άγγελο ξαπλωμένο στο κρεβάτι
τεντώνεται ατελώς με ηδυπάθεια
σα να ευχαριστιέται ακόμη κάποιο όνειρο
που τελειώνει
Ακουμπά τρυφερά το προσκεφάλι μου
και το χαιδεύει σα να του λείπω
Ανοίγει τα λαμπερά μάτια προς το παράθυρο
με μια έκφραση αινιγματική
και ευθύς τα ξανακλείνει σα να μετάνιωσε
που ξυπνάει από την απύθμενη αρμονία του ύπνου

Ακούστε με άγγελοι
Κοιμίστε τον άγγελό μου κάτω από τα φτερά σας
μην τον τρομάξει κάποιο προμήνυμα κακό
και καλύψτε την απάρθενη γύμνια του
μέχρι το λαίμαργο αίμα του πάλι να ανάψει


 



Υποτροπιάζουμε στην ηδονή

Υποτροπιάζουμε στην ηδονή
για να αποδράσουμε από την επικράτεια της ανίας
ξυπόλητοι μπαίνουμε στον ευωδιαστό κήπο
των ολόδροσων καρπών
όπου η ψυχή μας αναθαρρεύει
λησμονεί τα εμπόδια του πόνου
Θα είμαστε πάντοτε αιχμάλωτοι της ομορφιάς
ακόμη και όταν η ομορφιά θα έχει σβήσει
και θα ζούμε απόθητοι στον άσχημο κόσμο

Είτε στο κρεβάτι ενός φτηνού ξενοδοχείου
είτε μέσα στο δάσος το πυκνό
είτε σε φέρετρο παριστάνοντας τους πεθαμένους
θα αναγυρεύουμε το μελαγχολικό φρούτο
της ζωώδους απόλαυσης,
το προπατορικό αμάρτημα,
την ιερόσυλη έκσταση των εραστών







Υπηρέτησέ με

Υπηρέτησέ με, υποδαυλίζοντας με ηδονή την καρδιά μου
ξέστηθη ομορφιά, τρισένδοξη εικόνα
που ξαναβρίσκω τον κόσμο

Απόψε τήκεται η εκμηδένιση, η εκμηδένισή μου
κατά την πιο ένθερμη ενότητα των όντων,
το θέλω να μη διαφύγω

Άγια με τη ζαρτιέρα
δώσε μου να πιω από το κάθυγρο κύπελλο
τον πιο χυδαίο, τον πιο κτηνώδη κορεσμό





για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε την ιστοσελίδα του ποιητή http://www.alkiviadismallidis.com/ 



Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Giuseppe Ungaretti - Τι είναι ποίηση

"Η ποίηση δεν ορίζεται και εμφανίζεται στο λόγο μας ως ό,τι μας είναι πιο αγαπητό, ότι περισσότερο μας αναστατώσε και συντάραξε τα αισθήματά μας και τις σκέψεις μας, ότι βαθύτερα ανήκει στην ίδια την αιτία της ύπαρξης μας, ή φανερώνεται στην πιο ανθρώπινη δύναμη και η οποία δεν αποτελεί ούτε κατάκτηση / παράδοση, ούτε μελέτη, μολονότι τρέφεται αδιάκοπα και από τη μία και από την άλλη.
Η ποίηση είναι λοιπόν ένα δώρο, ο καρπός μιας ευνοϊκής στιγμής για την έλευση της οποίας είναι απαραίτητη μια υπομονετική και απεγνωσμενη αναζήτηση.
Κάθε αληθινή ποίηση επιλύει θαυμάσια την αντίφαση της να είναι ξεχωριστή, μοναδική και συνάμα ανώνυμη, παγκόσμια". (μετάφραση Κωνσταντίνος Κοκολογιάννης)

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Ιωάννης Ζουμπιάδης - Νέοι Ποιητές

Ο Ιωάννης Ζουμπιάδης κατάγεται από την Αλεξανδρούπολη. Έχει ρίζες (και) από την Κομοτηνή. Έχει σπουδάσει Διοίκηση Επιχειρήσεων και Προσωποκεντρική Συμβουλευτική (Προσωποκεντρική Συμβουλευτική του Carl Rogers). Έχοντας γίνει δεκτός στο Ευρωπαϊκό πρόγραμμα Erasmus φοίτησε για ένα εξάμηνο στο Βέλγιο στην  Αμβέρσα.

Υπήρξε για ένα διάστημα μουσικός παραγωγός σε ραδιόφωνο της Κομοτηνής. Από παιδί του άρεσε οτιδήποτε είχε σχέση με την έκφραση και με την τέχνη γενικότερα. Για ενάμιση χρόνο συμμετείχε σε τμήμα ζωγραφικής και χορωδίας. Από το δημοτικό ακόμα είχε επαφή με τους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς.

Επιπροσθέτως, όπως ο ίδιος βεβαιώνει θυμάται ακόμα από τα 4 του έτη να ακούει μουσική. Οπότε η μουσική όπως και οι παραδοσιακοί χοροί αποτελούν αδιαμφισβήτητα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του. Όμως, και η αγάπη του για την συγγραφή δεν άργησε να φανεί.



Κάποια ποιήματα από το βιβλίο «Ψυχής δρόμος» - Εκδόσεις Φυλάτος:

Ζωή χαμένη

Βραδιές με αίσθηση ματαιότητας.
Μέρες με αίσθηση ανεκπλήρωτου.
Η αναποφασιστικότητα με κράτησε σαν σκοινί δεμένο στην πολυθρόνα.
Δίπλα στο τραπέζι οι μνήμες γραμμένες σε ένα παλιό λεύκωμα.
Ελάχιστη θέληση για διάβασμα.

Το φως της λάμπας μαύρο είναι θαρρώ.
Μαύρη ζωή.
Μαύρη και αραχνιασμένη.
Κυνηγούσα το άπιαστο.
Σκόπευα στο φανταστικό.
Δεν ήθελα το αληθινό.
Μου φαινόταν λίγο.

Περπατούσα σε πολλά μονοπάτια.
Με έτρωγε το σαράκι.
Ευκαιριακή χαρά.
Η απώλεια εμπιστοσύνης με έκλεισε σε καβούκι.
Κουρασμένη ηθική ικανοποίηση.
Οι γνώμες των άλλων σαν καρφιά μπιγμένα στην σάρκα.
Αποφάσεις επηρεασμένες από τους άλλους.
Κρίση καταρρακωμένη.
Ζωή χαμένη.

Και έχω να με ρωτούν πως είναι η ζωή μου.
Πόση ψευτιά στον κόσμο τούτο;
Όρεξη για χαμόγελο εξαφανισμένη.
Θέληση για ζωή χαμένη.
Μα και η ίδια η ζωή χαμένη.


Το γήρας

Ψυχή κουρασμένη.
Σώμα κατεστραμμένο.
Φωνή βραχνή.
Περπάτημα αργό.

Θέληση ανύπαρκτη.
Κίνηση περιορισμένη.
Καθημερινά εμπόδια.
Συνεχόμενα ψυχής διόδια.

Βαριά ανάσα.
Συναισθήματα χαλασμένα.
Αισθήματα πεταμένα.
Όνειρα κοκαλωμένα.

Συχνή αξονική τομογραφία.
Παγιδευμένη λεξικογραφία.
Περιορισμένη πεζοπορία.
Στάσιμη νοοτροπία.

Αναπτυγμένη πόνου ποικιλομορφία.
Ξεσηκωμένη νοσταλγία.
Κλειδωμένη γοητεία.
Ανάγκη για νηστεία.

Και η ζωή τραβά την ανηφόρα.
Για μια ακόμη ώρα.
Χαλασμένη σε σακούλα οπώρα.
Μία αισθητή κατηφόρα.

Η φρεσκάδα απουσιάζει.
Η επιθυμία για ζωή οργιάζει.
Η φιλική απουσία κομματιάζει.
Και η εκπομπή «Για καλή ζωή» συναρπάζει.

Ψυχή μου εσύ,
Καρδιά μου εσύ,
Της παρελθοντικής ένδοξης ζωής μου.
Σώμα μου εσύ,
Μυαλό μου εσύ,
Της παρελθοντικής θαρραλέας πνοής μου.

Μαύρα πουλιά στον ουρανό,
Πετούν με ιδιαίτερο, πένθιμο ρυθμό.
Πετούν και νιώθω τον πόνο,
στα δικά μου τα φτερά.

Χαλασμός.
Πορείας μαρασμός.
Ονείρων ξεπεσμός.
Κορμιού εξευτελισμός.

Το άσπρο δεσπόζει.
Δεν είναι χιόνι.
Δεν είναι της θάλασσας αφρός.
Ούτε άσπρος μίσχος.
Ακόμη και η αγάπη μεγάλωσε.
Σε πατερίτσα και αυτή στηρίζεται.
Τα χρόνια, βλέπεις, είναι πολλά.
Πολλά.

Αδυναμία χαμόγελου.
Γέλιο; Το αδύνατο.
Πικρό στόμα.
Πονεμένο βλέμμα.

Πιεσόμετρο; Φίλος καλός.
Κρεβάτι; Τι υπέροχη επιθυμία.
Κόκκαλα και υγρασία σημειώσατε Χ.
Αχ, το γήρας.


Και μετά τι;

Και μετά τι;
Καθώς θα φεύγεις τι;
Η πανσέληνος θα συνεχίζει να μένει μισή.
Η παραμικρή απουσία θα μοιάζει μισητή.
Θα μοιάζει σαν ψεύτικο μασκέ πάρτι με κομφετί.

Και μετά τι;
Καθώς η συννεφιά θα μοιάζει με κατακλυσμό.
Καθώς η χαρά θα δέχεται τον αποκλεισμό.
Και οι οφθαλμοί θα βλέπουν τον μαύρο αποχαιρετισμό.
Η γη θα σείεται από του έρωτα τον απαγχονισμό.

Και μετά τι;
Καθώς το αντίο θα μοιάζει πληγή.
Απειλή.
Από τις σκιές στον τοίχο θα γεννιούνται εκφοβισμοί.
Στο κάτοπτρο εμπρός μου θα εμφανίζονται σάρκας μαρασμοί.
Καθώς το γλυκοχάραμα θα μοιάζει πικρό χάραμα.
Και μετά τι;


Των ματιών σου το μπλε

Των ματιών σου το μπλε μου δώρισε την υγρή σου αλήθεια.
Μου χάρισε την αθανασία.
Μου έδειξε την Εδέμ.

Αχ, αυτό το μπλε.
Χάνομαι σε αυτό το δικό σου το μπλε.
Ξεχνιέμαι.
Κολυμπώ στις πιο βαθιές θάλασσες, καλή μου.

Κοιτώ μέσα στα μάτια σου και βλέπω εσένα νεράιδα του νερού.
Όλα πάνω σου είναι μαγικά. Ειδάλλως δεν εξηγείται.
Δέρμα αψεγάδιαστο.
Παρουσία αέρινη. Μαγική.

Ω θεέ μου.
Πες μου πως δεν είναι ψευδολόγημα.
Πες μου πως δεν κοιμάμαι.
Πες μου πως θα ξυπνήσω αύριο και θα δω το ίδιο πρόσωπο.

Να κολυμπώ στις θάλασσές σου καλλονή μου.
Να υπάρχω, να βλέπω, να ακούω, να γεύομαι.
Να σε αισθάνομαι σε κάθε μου κύτταρο.

Αυτά τα μάτια δεν υπάρχουν.
Είναι σαν μπλε διαμάντια.
Βαρύτιμα.

Να ζω την έλξη, τον έρωτα, τη μαγεία σου.
Να βιώνω τόσα αξιοσημείωτα!
Λες και με στραγγαλίζει.
Σαν να μου παίρνει τη ζωή.
Και ταυτόχρονα να μου την χαρίζει.

Των ματιών σου το μπλε.
Την γαλήνη εκπέμπει.
Την ηρεμία διαχέει.
Με θέλγει.

Αυτό το θείο μπλε δώρο σου.
Με ταξιδεύει σε μέρη ασύγκριτα.
Και μου θυμίζει!
Ατλαντίδα.
Σειρήνες.
Τα ύδατα της Στυγός.


Άπιαστη η ζωή

Άπιαστη η ζωή.
Και αν την πιάσεις δεν μπορείς να την κρατήσεις.
Μόνο για λίγο.
Είναι σαν τα καλοκαίρια.
Έρχεται με ζέστη και μετά φεύγει.
Είσαι σαν το φθινόπωρο.
Έρχεται με βροχές και μετά πάλι φεύγει.
Έρχεται και φεύγει.
Σαν αέρας μοιάζει.
Σου ακουμπά το μάγουλο και φεύγει.
Φεύγει!
Όπως οι δυνατοί και παθιασμένοι έρωτες.


Ποιητικές συλλογές – βιβλία του Ιωάννης Ζουμπιάδης:

«Ψυχής δρόμος» (2015), Εκδόσεις Φυλάτος – Θεσσαλονίκη.
Αναμένονται 2 ακόμα βιβλία του (ποιητική συλλογή και νουβέλα) – είναι υπό έκδοση. 

Διακρίσεις/υποτροφίες:

Υποτροφία:
2011: Εξάμηνη υποτροφία (επιχορήγηση), Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα «ERASMUS»: Βέλγιο, Αμβέρσα - πανεπιστήμιο Karel de Grote Hogeschool, Antwerpen.
Διάκριση:
Το βιβλίο «Ψυχής δρόμος» κατατάχθηκε στα Βιβλία της Χρονιάς 2015 από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων Ελλάδας (ΕΠΟΚ) – Αθήνα: Α’ Βραβείο (Η απονομή έγινε στην αίθουσα εκδηλώσεων και επίσημων τελετών της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2016)
Το βιβλίο «Ψυχής δρόμος» μπήκε στις κατατάξεις/rankings του Amazon της Γερμανίας
Πολιτιστικός και Χορευτικός Σύλλογος Θρακών Κομοτηνής: Σε χορευτική – παραδοσιακή παράσταση στην Ρουμανία απέσπασε το βραβείο εμφάνισης και χορού.

Συλλογικά έργα, αρθογραφία, λογοτεχνικά περιοδικά:

Συμμετοχή σε ομαδική ποιητική συλλογή από τις εκδόσεις Διάνυσμα με το ποίημα «Περαστικοί»
Συμμετοχή σε ομαδική ποιητική συλλογή της Αμφικτιονίας Ελληνισμού με το βραβευμένο ποίημα «Καρδιές φωτοβολίδες» (~υπό έκδοση)
Συμμετοχή σε ομαδική ποιητική συλλογή με ένα ποίημα Χαϊκού που απέσπασε θετικές κριτικές στα πλαίσια του Διαγωνισμού Ποίησης Χαϊκού από το Πνευματικοί Ορίζοντες – Εφαλτήριο λόγου και τέχνης (~υπό έκδοση). (Πληροφοριακά, το Χαϊκού είναι μία ιαπωνική ποιητική φόρμα. Είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο) 

Βραβεύσεις-έπαινοι:

Έκδοση ποιητικής συλλογής από τις εκδόσεις Φυλάτος με τίτλο «Ψυχής δρόμος»
15ος λογοτεχνικός διαγωνισμός – Κερατσίνι (Αθήνα): Στην 19η θέση (ανάμεσα σε 250 άτομα) με τα ποιήματα «Τέλμα» και «Είμαι στιγμή εγώ»
4ος πανελλήνιος ποιητικός διαγωνισμός «Καισάριος Δαπόντες» - Δήμος Σκοπέλου: Έπαινος  για το ποίημα «Να με αγαπάς»
Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών (Αθήνα): Έπαινος για το ποίημα «Όλοι πονάμε»
Το ποίημά του «Τρένο και απόσταση» εγκρίθηκε και δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό site «Τοβιβλίο.net» στα πλαίσια του διαγωνισμού «Τρενογραφίες»   
«Βραυρώνια» - Σπάτα- 5ος λογοτεχνικός διαγωνισμός ποίησης: Αναμνηστικό δίπλωμα για το ποίημα «Στα αστέρια»
Συμμετοχή στο «Καλλιτεχνικό Ημερολόγιο 2016» - στο λογοτεχνικό site «Τοβιβλίο.net» με το ποίημα «Αν δεν ήσουν στον κόσμο μου»
Δ’ Παγκόσμιος Ποιητικός Διαγωνισμός Αμφικτιονίας Ελληνισμού – Θεσσαλονίκη: Βραβείο Μαρώνειας για το ποίημα «Καρδιές φωτοβολίδες»
6ος Παγκόσμιος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός - Ελληνικός Πολιτιστικός Όμιλος Κυπρίων Ελλάδας (ΕΠΟΚ) – Αθήνα: Β’ Βραβείο για τα ποιήματα «Ελεύθερος πια» και «Το κλειδί της Λευτεριάς»
4ος Διεθνής Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Ομίλου Unesco Τεχνών, Λόγου και Επιστημών Ελλάδας (Η βράβευση έγινε στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο) – Αθήνα: Α’ Βραβείο Ποίησης για το ποίημα «Φτιάξε τον κόσμο» 
Το βιβλίο «Ψυχής δρόμος» κατατάχθηκε στα Βιβλία της Χρονιάς 2015 από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων Ελλάδας (ΕΠΟΚ) – Αθήνα (Α’ βραβείο)
Ωδείο Φουντούλη – Βόλος: 10ος Διαγωνισμός Ποίησης: Β’ βραβείο ποίησης για το ποίημα «Καρδιές φωτοβολίδες» και Γ’ βραβείο για τα ποιήματα «Αμαρτία» και «Αυτή τη νύχτα»
Τιμητικός έπαινος ως ένδειξη αναγνώρισης για τη συμμετοχή του στην παραδοσιακή εκδήλωση στα Πετρωτά Τριγώνου Έβρου (2012)
Δίπλωμα συμμετοχής για τη συμμετοχή του στο Φεστιβάλ Παραδοσιακών Χορών Αγίας Μαρίνας Θρυλορίου (2009)

Διατηρεί τις διαδικτυακές σελίδες:


Έχει πραγματοποιηθεί δωρεά αντιτύπου της ποιητικής συλλογής «Ψυχής δρόμος» σε Ιδρύματα (όπως Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη κτλ) και Δημοτικές Βιβλιοθήκες  διάφορων περιοχών σε Ελλάδα, Κύπρο, Τουρκία και Ιταλία. 
Επιπλέον, κάποια ποιήματα, (και άρθρο για την συναισθηματική νοημοσύνη) έχουν δημοσιευτεί σε sites και blogs. 
Είναι μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδας. 
Τιμής ένεκεν από τον Πολιτιστικό και Επιμορφωτικό Σύλλογο Άνθειας & Αριστείνου «Σπάρτακος» - Άνθεια Αλεξανδρούπολης για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (2006 -2007).

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Αριστομένης Λαγουβάρδος - Πιστεύω πως είναι αξία

Ο Αριστομένης Λαγουβάρδος γεννήθηκε στην Έμπαρο Ηρακλείου Κρήτης. Διπλωματούχος ΜΗΧ/ ΓΟΣ   ΜΗΧ/ΚΟΣ  του Πολυτεχνείου Νεαπόλεως Ιταλίας.
Ζεί στο Ηράκλειο Κρήτης.
                         ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ (ποίηση)
1) Το τέλος της αθωότητας (Τυποκρέτα Καζανάκης                                                  Ηράκλειο)
2) Καθώς κυλά το ρόδινο ποτάμι.(Τυποκρέτα Καζανάκης                                                  Ηράκλειο)
3) Στα απόκρυφα τοπία της μοναξιάς  ( υπό έκδοση ) 









Πιστεύω  πως  είναι  αξία


Πιστεύω  πώς  είναι  αξία  η  ζωή,
το  νερό,  το  τριαντάφυλλο  το  μυρμήγκι.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  να  προστατεύω  το  περιβάλλον,
σε  πείσμα  όσων  πιστεύουν  πώς  ένας  κούκος
δε  φέρνει  την  άνοιξη,
να  χαμογελώ  με  το  γέλιο  ενός  παιδιού,
που  θυμίζει  ότι  υπάρχει  ακόμα  ελπίδα.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  να  κοιτάζω  τη  βροχή 
μέσα  από  το  τζάμι  ακούγοντας τα  ΄΄Πέτρινα  χρόνια΄΄, 
το  ΄΄Va  pensiero΄΄,  το  ΄΄je  ne  regret  rien΄΄
ή  το  ΄΄Μy  wαy΄΄.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  αυτό  που  περιμένω,  γιατί  ακόμα
μου  λείπει  αυτό  που  αναζητώ,  και  συνεχίζω
να  το  σκέφτομαι.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  τα  μάτια  ενός  μωρού  που
παρατηρούν,  καθώς  η  αναπνοή  του  χαλαρώνει
πρίν  να  αφεθεί  στον  ύπνο. 

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  η  δύναμη  ενός  ατόμου 
με  ειδικές  ανάγκες,  που  στην  ερώτηση  ΄΄είσαι  κουρασμένος΄΄,
απαντά  ΄΄όχι΄΄,ενώ  την  προηγούμενη  μέρα  ευχαριστούσε  το  Θεό
για  την  πρόοδο  που  είχε.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  η  πορεία,  όταν  ελαφραίνει
το  σώμα,  χαλαρώνει  τους  χτύπους  η  καρδιά, 
και  το  μυαλό  προχωρά  ανανεώνοντας  τις  δυνάμεις.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  ο  ασπασμός  σ΄ένα  αδύναμο,
τα  δάκρυα    και  η  απλότητα  του  ανθρώπου,
η  αθωότητα  του  παιδιού.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  τα  τρυπημένα  παπούτσια  μου,
κατά  την  πορεία  σε  τόπους  δύσκολους  και  ωραίους.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  ο  αυτοέλεγχος  και  η  ευχαρίστηση
για  κάθε  στιγμή  της  ζωής,  το  θάρρος  για
να  ξεπερνώ  κάθε   δυσκολία,  το  να  δέχομαι
κάτι  που  δεν  μπορώ  να  αλλάξω.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  η  αμφιβολία,  η  επιθυμία  για  μάθηση,
η  περιέργεια,  το  ρίσκο,  το  πάθος.

Είναι  κι  άλλες  αξίες,  μα  πιο  πολύ  αυτές  με  σημάδεψαν. 


         
    Αριστομένης  Λαγουβάρδος
   από  την  ποιητική  συλλογή
  << Στα  απόκρυφα  τοπία  της  μοναξιάς >>     

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Μια γυναίκα, του Τάσου Λειβαδίτη

Μια γυναίκα


Ένα πλατύ, δροσερό χαμόγελο έτρεχε πάνω στο γυμνό κορμί σου
σαν ένα κλωνάρι πασχαλιάς, πρωί, την άνοιξη
έσταζες ολόκληρη από ηδονή, οι ερωτικές κραυγές μας
τινάζονταν μέσα στον ουρανό σα μεγάλα γιοφύρια
απ' όπου θα περνούσαν οι αιώνες - ά, για να γεννηθείς εσύ,
κι εγώ για να σε συναντήσω
γι' αυτό έγινε ο κόσμος. Κι η αγάπη μας ήταν η απέραντη
σκάλα που ανέβαινα
πάνω απ' το χρόνο και το Θεό και την αιωνιότητα
ως τ' ασύγκριτα, θνητά σου χείλη.

2.
"Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ" έλεγα. Εσύ έβαζες βιαστικά το φόρεμά σου: "Έχει ψύχρα απόψε".
Τα μάτια σου καρφώνονταν πάνω στην πόρτα
μ' εκείνο το ακαθόριστο βλέμμα
που έχουν οι αιχμάλωτοι και τα κλειδωμένα παιδιά.
Κι έκλαιγα και σε φιλούσα παράφορα και σ' αγκάλιαζα με απεγνωσμένα χέρια
μα ήταν σα να 'ξυνα με τα νύχια μου το αδιάφορο χώμα ενός τάφου
που είχαν θάψει κιόλας ολόκληρη τη ζωή μου.

3.
Τώρα βαδίζω άσκοπα στους δρόμους, κοιτάζω τις βιτρίνες
προσπαθώ να συλλαβίσω ανάποδα τις επιγραφές των μαγαζιών
αγοράζω κάστανα, και βρίζομαι με τους αστυφύλακες της τροχαίας
που μου παρατηρούν αδιάκοπα πως σταματάω την κυκλοφορία

Και κάθε τόσο: έφυγε, σκέφτομαι. Μα να που μπορώ και ζω!
όπως μεγαλώνουν για λίγο ακόμα τα γένια και τα νύχια των νεκρών.

4.
Πέρασαν μήνες. Κι είναι στιγμές που ξεχνάω ακόμα και το πρόσωπό της,
πασχίζω να θυμηθώ - τίποτα. Μονάχα αυτό το βάρος στην καρδιά, που είναι κάτι περισσότερο
κι απ' την ίδια την ανάμνησή της. Που είναι, αυτή, ολόκληρη, μέσα μου.

Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρό έξω απ' την πόρτα σου
εσύ θα ξέρεις
πως πέθανε σφαγμένος απ' τα μαχαίρια των φιλιών
που ονειρευότανε για σένα.


Η ποίηση του πολυαγαπημένου Τάσου Λειβαδίτη έχει αφήσει το στίγμα της στα ελληνικά -και όχι μόνο- εδάφη ως μια κατεξοχήν ερωτική ποίηση. Ο ίδιος όντας ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές της εποχής του (1922-1988) έχει βραβευτεί ουκ ολίγες φορές για τα έργα του ενώ ακόμη και τη σημερινή εποχή οι στίχοι του στολίζουν κάθε γωνιά του διαδικτύου, από ηλεκτρονικά, λογοτεχνικά περιοδικά μέχρι προσωπικές αναρτήσεις σε μορφή φωτογραφιών στο Facebook.

Το συγκεκριμένο ποίημα με τίτλο «Μια γυναίκα» είναι ένα έργο που από μεριάς περιεχομένου είναι απλό και εξαιρετικά ευθύ ενώ όσον αφορά την δομή του παρουσιάζει μια μεγαλύτερη πολυπλοκότητα.

Αρχικά είναι διακριτές τέσσερεις θεματικές ενότητες, οι οποίες μάλιστα αριθμούνται από τον ίδιο τον Λειβαδίτη. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε γι’ αυτόν χαρακτηρίζοντας τον ως διαχωρισμό σε τέσσερα χρονικά επίπεδα (αντίστοιχα με την αρίθμηση των στροφών): το μακρινό παρελθόν, το εγγύτερο παρελθόν, το παρόν του αφηγητή και το (πιθανό) μέλλον του.

Ο αφηγητής εξιστορεί χρησιμοποιώντας α’ και β’ πρόσωπο (απευθυνόμενος σε ένα «Εσύ»), είναι άμεσος και απόλυτα συναισθηματικός, εκφράζει δε αυτά που θέλει να πει με έναν πολύ απλό τρόπο που όμως τείνει να γίνεται όλο και πιο σύνθετος, όσο εξελίσσεται το έργο. Σε καμία περίπτωση το περιεχόμενο δεν γίνεται κουραστικό γιατί ο ρυθμός και οι εικόνες του ποιήματος δεν το επιτρέπουν. Το θέμα του, είναι η αναπόληση των πιο ωραίων και ιδιαίτερων στιγμών ενός ζευγαριού που στο τέλος καταλήγει να ζει χωριστά. Η ουσία του γίνεται κατανοητή από πολλές οπτικές γωνίες και αφορά πολλές από τις φράσεις που χρησιμοποιούμε σήμερα για να χαρακτηρίσουμε την ευτυχία και τον έρωτα.

Εξ’ αρχής καταλαβαίνουμε πως το ποίημα μιλά για έναν μεγάλο έρωτα, ο οποίος εκφράζεται από έναν άντρα υπό την μορφή ερωτικής εξομολόγησης που όμως έχει την βάση της στο παρελθόν των δύο ανθρώπων, πράγμα που δηλώνει πως ο έρωτας αυτός δεν ήταν ούτε πλατωνικός αλλά ούτε και ανεκπλήρωτος.

Στο πρώτο απόσπασμα, που όπως προαναφέρθηκε αναφέρεται στο μακρινό παρελθόν του αφηγητή, αυτός περιγράφει με ολοζώντανο και μοναδικά μουσικό τρόπο τα συναισθήματα που ένιωσε για την αγαπημένη του στην αρχή της σχέσης τους, με ιδιαίτερη έμφαση και περιγραφή των ερωτικών τους στιγμών. Οι έντονες αυτές εικόνες, που θυμίζουν κάθε ερωτευμένο ζευγάρι στις απαρχές μιας σχέσης, δίνονται με λεπτότητα και αρκετές δόσεις ρομαντισμού, πράγμα που δεν τις ευτελίζει αλλά αντιθέτως τις εξιδανικεύει. Οι στίχοι μάλιστα: ά, για να γεννηθείς εσύ, κι εγώ για να σε συναντήσω γι' αυτό έγινε ο κόσμος, που μέχρι και σήμερα τραγουδιούνται από διάφορους έντεχνους καλλιτέχνες, δείχνουν ακριβώς το ύψιστο σημείο που έχει τοποθετήσει ο αφηγητής τον συγκεκριμένο έρωτα ενώ από την άλλη μεριά στους μετέπειτα στίχους: Κι η αγάπη μας ήταν η απέραντη σκάλα που ανέβαινα πάνω απ' το χρόνο και το Θεό και την αιωνιότητα ως τ' ασύγκριτα, θνητά σου χείλη, ίσως φαίνεται πως το συναίσθημα αυτό έχει ξεπεράσει τα όρια του έρωτα και έχει αγγίξει το ανώτερο στάδιο της αγάπης. Και λέω ίσως γιατί είναι πολύ πιθανό-, επειδή ακριβώς πρόκειται για τα πρώιμα στάδια της σχέσης του αφηγητή με την αγαπημένη του- τα λόγια αυτά να φτάνουν τα όρια της υπερβολής λόγω του αρχικού θαυμασμού του πρώτου για την κοπέλα που, πράγμα που σαφώς κάνει ο κάθε φρεσκοερωτευμένος.

Στο δεύτερο απόσπασμα έχουμε ουσιαστικά την συνέχεια αυτής της σχέσης, η οποία αποδίδεται με λόγια που είναι δύσκολο να περιγραφούν επάνω σε εικόνες που εκπέμπουν έναν λυγμό και στην συνέχεια ένα κλάμα από ψυχής, ένα χαρακτηριστικό πραγματικά μοναδικό στην ποίηση του Λειβαδίτη. "Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ" έλεγα. Εσύ έβαζες βιαστικά το φόρεμά σου: "Έχει ψύχρα απόψε”. Ο παραλογισμός στις δύσκολες στιγμές και η απελπισία που εκφράζεται από έναν άντρα που γεύεται την απόρριψη σε όλο της το μεγαλείο και μάλιστα από έναν άνθρωπο που αγαπά. Και πράγματι από ψυχολογικής απόψεως είναι σαφέστατα κατανοητό πως για να φτάσει ένας άντρας στο σημείο στο οποίο βρίσκεται τη δεδομένη στιγμή ο αφηγητής, η κατάστασή του είναι πραγματικά πολύ δύσκολη και τα συναισθήματά του πραγματικά αληθινά. Κι έκλαιγα και σε φιλούσα παράφορα και σ' αγκάλιαζα με απεγνωσμένα χέρια μα ήταν σα να 'ξυνα με τα νύχια μου το αδιάφορο χώμα ενός τάφου που είχαν θάψει κιόλας ολόκληρη τη ζωή μου. Για ακόμη μια φορά ο αφηγητής απελευθερώνεται, ξεπερνά τα όρια, δεν φοβάται να εκφραστεί ή να «τσαλακωθεί» και κλαίει σπαραχτικά προσπαθώντας αγωνιωδώς να κρατήσει κοντά του την μεγάλη του αγάπη. Η τελευταία εικόνα μάλιστα ενός ανθρώπου που ξύνει το χώμα ενός τάφου όπου μέσα είναι θαμμένη η ίδια η ζωή του, είναι η επιβλητικότερη εικόνα του ποιήματος-σχεδόν ανατριχιαστική- και απίστευτα παραστατική καθώς με την πρώτη μόλις ανάγνωση ο αναγνώστης σχηματίζει στο μυαλό του την σκηνή ακριβώς όπως περιγράφεται στους στίχους.

Το τρίτο απόσπασμα δείχνει έναν άνθρωπο να βαδίζει άσκοπα στους δρόμους χωρίς να βρίσκει λόγο για να ζει. Φαίνεται πως ο αφηγητής βρισκόμενος στο τώρα, δεν έχει σε καμία περίπτωση ξεπεράσει αυτήν την γυναίκα που τόσο πολύ αγάπησε και έχει εγκλωβιστεί σε μια ανούσια πραγματικότητα, από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει: Τώρα βαδίζω άσκοπα στους δρόμους, κοιτάζω τις βιτρίνες προσπαθώ να συλλαβίσω ανάποδα τις επιγραφές των μαγαζιών αγοράζω κάστανα, και βρίζομαι με τους αστυφύλακες της τροχαίας που μου παρατηρούν αδιάκοπα πως σταματάω την κυκλοφορία. Οι δεδομένες εικόνες έρχονται σε πλήρη αντιδιαστολή με αυτές των προηγούμενων αποσπασμάτων ακριβώς επειδή και τα συναισθήματα του αφηγητή διαφέρουν κατά πολύ. Έτσι ενώ στο πρώτο απόσπασμα έχουμε την απόλυτη ευτυχία που του προσφέρουν οι ερωτικές στιγμές και ενώ στο δεύτερο απόσπασμα έχουμε την κραυγή απόγνωσής του για την απομάκρυνση της αγαπημένης του, σε αυτό το σημείο βλέπουμε την συνέχιση της ζωής του, ως «μισός άνθρωπος», ως ένα άτομο που θα το χαρακτηρίζαμε εύκολα «ζωντανό-νεκρό ». Και κάθε τόσο: έφυγε, σκέφτομαι. Μα να που μπορώ και ζω! όπως μεγαλώνουν για λίγο ακόμα τα γένια και τα νύχια των νεκρών. Η απελπισία του αφηγητή δεν έχει υποχωρήσει παρά μόνο στο ελάχιστο. Στο κλείσιμο του τρίτου αποσπάσματος παρατίθεται για ακόμη μια φορά η εικόνα των νεκρών, αυτή την φορά ως παραλληλισμός της ζωής του αφηγητή με το μεγάλωμα των νυχιών και της γενειάδας των νεκρών. Όσο και αν προσπαθεί, λοιπόν, μοιάζει αδύνατο να συνεχίσει να ζει, μοιάζει το τέλος του να πλησιάζει επικίνδυνα και ο ίδιος να το περιμένει μάλιστα σαν κάτι το φυσιολογικό.

Στο τέταρτο και τελευταίο απόσπασμα που αποτελείται από την σημερινή και την πιθανή μελλοντική κατάσταση του αφηγητή, μετά από όλη την δεινή ψυχολογική κατάσταση που πέρασε, βλέπουμε αρχικά τον ίδιο να έχει συνειδητοποιήσει (μετά από μήνες) ότι έχασε οριστικά τον έρωτά του και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει (Πέρασαν μήνες. Κι είναι στιγμές που ξεχνάω ακόμα και το πρόσωπό της, πασχίζω να θυμηθώ - τίποτα. Μονάχα αυτό το βάρος στην καρδιά, που είναι κάτι περισσότερο κι απ' την ίδια την ανάμνησή της. Που είναι, αυτή, ολόκληρη, μέσα μου). Το τέλος του ποιήματος δεν θα μπορούσε παρά να τονίζει για Τρίτη και τελευταία φορά τον θάνατο: Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρό έξω απ' την πόρτα σου εσύ θα ξέρεις πως πέθανε σφαγμένος απ' τα μαχαίρια των φιλιών που ονειρευότανε για σένα. Υπόθεση στον μέλλοντα, λοιπόν, που κάθε άλλο παρά απίστευτη φαντάζει. Εξάλλου έχει ήδη πολλές φορές τονιστεί πως η ζωή του αφηγητή μετά τον χωρισμό του είναι άδεια, χωρίς κανένα απολύτως ενδιαφέρον. Η υπερβολή έχει και εδώ πρωταγωνιστικό ρόλο και η μεταφορά «απ' τα μαχαίρια των φιλιών» δείχνει το πόσο μεγάλη επίδραση είχε αυτός ο έρωτας στην ψυχοσύνθεση του αφηγητή. Οι τέσσερις τελευταίοι αυτοί στίχοι, παρόλο που τίθενται σαν μια υπόθεση, μοιάζουν σαν μια μελλοντική ανακοίνωση του ομιλητή, τόσο σίγουρη όσο σίγουρη είναι και η μοναξιά που νιώθει.

Ένα ποίημα, ορόσημο θα λέγαμε στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη. Διαβάζοντάς το και ακόμη περισσότερο αναλύοντας και σχολιάζοντάς το, καταλαβαίνει κανείς πως είναι εξαιρετικά δύσκολο να μείνει ανεπηρέαστος και ουδέτερος από τους στίχους του. Ακόμα και η πιο αντικειμενική περιγραφή του από κάποιον, κρύβει μέσα της λεπτές αποχρώσεις από τα συναισθήματα που προκλήθηκαν από το έργο του. Και αυτό είναι χαρακτηριστικό του Λειβαδίτη. Και αυτό επίσης είναι που τον κάνει τόσο ξεχωριστό…



_

γράφει η Άντια Αδαμίδου για το http://tovivlio.net/

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Η μισογυνική και άσεμνη ποίηση του Κρητικού Στέφανου Σαχλίκη (14ος αι.)

Μια έκδοση των ποιημάτων του από το Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης κάνει ευρύτερα γνωστή την παράξενη αυτή μορφή του 14ου αιώνα από τον Χάνδακα της Κρήτης, που υπήρξε ο πρώτος επώνυμος συγγραφέας της νεοελληνικής λογοτεχνίας

γράφει ο Νικόλας Ακτύπης

Ο Στέφανος Σαχλίκης ήταν ένας Έλληνας ποιητής ή καλύτερα στιχουργός, που έζησε στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα στην πόλη και στο διαμέρισμα του Χάνδακα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Ο Σαχλίκης ήταν πρόσωπο της άρχουσας τάξης, ένας από εκείνους που επέζησαν από τη φοβερή επιδημία πανούκλας, από τους λίγους που βρέθηκαν ξαφνικά πλούσιοι σε έναν κόσμο που είχε χάσει τον προσανατολισμό του, και που η μόνη του σιγουριά ήταν ο φρικαλέος θάνατος.

Σύμφωνα με τα λιγοστά στοιχεία που είναι γνωστά για τη ζωή του ανήκε στην τάξη των αρχοντορωμαίων. Ήδη από τα δεκατέσσερά του χρόνια παράτησε το σχολείο και άρχισε να συχνάζει στα καταγώγια και τα χαμαιτυπεία του Κάστρου, προτιμώντας να κάνει παρέα με πειρατές, απατεώνες, πόρνες (πολιτικές) και με εγκληματίες, παρά τις νουθεσίες των κηδεμόνων και των δασκάλων του. Θα γοητευθεί από την έντονη νυχτερινή ζωή της πρωτεύουσας και οι κύριες ενασχολήσεις του θα αποτελέσουν τα τυχερά παιχνίδια (ζάρια), η οινοποσία και η συντροφιά με τις πόρνες.

"Ο κύρης και η μάνα μου, εκείνοι οπού με εκάμαν κατάχερα εκ το στόμα μου ουδέν έλειψε το γάλα, και εις μιάν οι άτυχοι γονείς εις το σχολείον με εβάλαν στα γράμματα μ' εβάλασιν, φρόνεσιν να μανθάνω... και έμαθα τα γράμματα, ώστε ενηλικώθην κι επρόκοπτα εις την παίδευσιν ώσπου εμεγαλώθην. Αμήν απείν εγένομουν χρονών δεκατεσσάρων... ήρχισα τον δάσκαλον να τον αποχωρίζω και τα στενά του Κάστρου μας τριγύρω να γυρίζω. Αργά και πότε το χαρτί επιάνα να διαβάζω, αμή ήθελα να περπατώ δια να περιδιαβάζω... τα καλαμάρια, τα χαρτιά όλα τα λακτοπάτουν... κι εφαίνετό μου το σκολειόν ωσάν κακόν θηρίον. Ολίγα γράμματα έμαθα και τότε τα εξαφήκα, και εις το σκολειόν των πολιτικών εγύρεψα και εμπήκα".

Έζησε έτσι έκδοτα και τρυφηλά σπαταλώντας ολόκληρη την περιου­σία. Κατόπιν μετανιωμένος αποτραβήχτηκε από τη δράση στην ηρεμία της υπαίθρου. Μη αντέχοντας όμως την πληκτική ζωή, ξαναγυρνάει στο Χάνδακα, κάνει το δικηγόρο, πλουτίζει, για να ξαναρχίσει την παλιά του αμαρτωλή ζωή και να καταλήξει πάλι στη φυλακή μετά από καταγγελία κάποιας γυναίκας. Από τη φυλακή ιστορεί τις ερωτικές του περιπέτειες, και συμβουλεύει τους νέους να μην πάθουν τα όσα έπαθεν αυτός. Ιδιαίτερες συμβουλές απευθύνει στον Φραντζισκή, το γιο κά­ποιου φίλου του. Τρία πράγματα του λέει πρέπει να αποφεύγει: «της νύχτας τα γυρίσματα, τα ζάρια, και τις πολιτικές (πόρνες)». Από το 1371 και για την επόμενη δεκαετία έζησε στην επαρχία, στο χωριό Πενταμόδι, όπου έχει απομείνει ένα οικογενειακό φέουδο. Μετά το 1382 εργάστηκε ως δικηγόρος. Οι πληροφορίες από έγγραφα για το πρόσωπό του σταματούν στο 1391.   Η ακατάσχετη τάση του να γευθεί όλες τις απολαύσεις της ζωής που του πρόσφερε η πόλη, που μας την ζωντανεύει τόσο γραφικά και παραστατικά με τους στίχους του, δεν ήταν ίσως παρά μια αντίδραση στην αγωνιώδη αβεβαιότητα των καιρών, στο διαρκώς παρόν δέος του θανάτου, που σημάδευαν τον ψυχισμό των ανθρώπων που επέζησαν από το μεγάλο θανατικό.    Ο Κρητικός στιχουργός είναι ο πιο απερίφραστα περιγραφικός, ο θριαμβευτικότερα άσεμνος, ο χωρίς καμιά φραστική αναστολή καταγραφέας της ευθυμίας, της ανεμελιάς και της ελευθεριότητας του καιρού του και του τόπου του, σε τόνους πολύ πιο εκκωφαντικούς από οποιονδήποτε χρονικογράφο που περιγράφει και στιγματίζει τα ήθη της εποχής εκείνης στην Ευρώπη. Η σάτιρα του Σαχλίκη εκπορεύεται από προσωπικές πικρές εμπειρίες και κατευθύνεται, διεισδυτικά αλλά εγωιστικά, ενάντια σε κοινωνικές ομάδες ή πρόσωπα που τον δυσκόλεψαν ή του κατέστρεψαν τη ζωή ή, που για διάφορους λόγους, του είχαν δημιουργήσει προσωπικές αντιπάθειες.

H περίπτωση του Σαχλίκη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνον επειδή ήταν ο πρώτος επώνυμος Νεοέλληνας στιχουργός που είχε την πρωτοβουλία να εισαγάγει την ομοιοκαταληξία στον ελληνικό στίχο, αλλά και επειδή ήταν χωρίς άλλο και ένας ευφυής και πρωτότυπος δημιουργός, γνώστης της βυζαντινής και της δυτικής λογοτεχνίας του καιρού του και ικανός να αναδιαμορφώνει προς το ευρηματικότερο, να διευρύνει και να εμπλουτίζει ό,τι δανειζόταν.     Κρυφά γαμιέται η πολιτική, εδώ και κει όπου θέλει, και φαίνεται της νόστιμον σαν ζάχαρη και μέλι. Μετά χαράς η πολιτική θέλει κρυφό γαμήσι, ώστε ν' αποδιαντραπή, ώστε ν' αποκινήση, και όποιος την κρατεί κρυφά, βιάζεται να του παίρνη, ρούχα και μπότες και φελλούς και ψούνια να της φέρνη. και πριν να την αφήσει αυτός, άλλον γυρεύει νάβρη· και παίρνει τούτον σήμερον και εκείνον έχει αύρι. Η πολιτική τον κόπελον τον θέλει να γελάση, την όψιν και την γνώμην της όλη της την αλλάσσει. φιλεί, περιλαμπάνει τον, στα στήθη τον μαλάσσει και κάμνει τον ολόχαρον, και κάμνει να γελάση, και λέγει του: «Ομμάτια μου, ψυχή μου και καρδιά μου, απαντοχή, ελπίδα μου, θάρρος, παρηγοριά μου», και δείχνει και ζηλεύει του ότι άλλην καύχαν έχει, και ως δια να δείχνη ότι αγαπά, ψόματα τον ελέγχει· και αλί τον εύρη πελελόν και βάλη τον σ' αγάπη και από πολλής του πελελιάς εκείνος εξετράπη, και τρω τον και ρημάσσουν τον και χάνουν την ζωήν του· ο που πιστεύει πολιτικής χάνει και την τιμήν του.     Στα έργα του ο Σαχλίκης «κηρύττει την ηθική με την αυτάρεσκη περιγραφή της ίδιας του της ανηθικότητας», λέει με πνευματώδη τρόπο ο Hesseling. Αποφεύγει ακόμη τις παρεμβολές βιβλικών και άλλων αποφθεγματικών φράσεων, στις οποίες καταφεύγουν κατά κόρον άλλοι ηθικοδιδακτικοί ποιητές, γεγονός που κάνει τα έργα τους ελάχιστα ελκυστικά. Χαρακτηριστικό της απήχησης που είχαν τα ποιήματα του Σαχλίκη στην εποχή τους είναι ότι είχαν γίνει τραγούδια.   Στα έργα του Σαχλίκη βλέπουμε ένα διάχυτο μίσος κατά των γυναικών και μάλιστα των πορνών, τις οποίες φαίνεται να θεωρεί υπεύθυνες για το κατάντημά του. Ιδιαίτερα τα βάζει με μια Κουταγιώταινα (στο “Βουλή των πολιτικών”), για την οποία εκφράζεται με μεγάλη αισχρότητα.   Γαμιέται η Κουταγιώταινα κι ο σκύλος της γαυγίζει και κλαίσι τα παιδάκια της κι εκείνη χαχανίζει.    Το ίδιο πρόσωπο φαίνεται να κρύβεται και κάτω από την Ποθοτσουτσουνιά (στο “Αρχιμαυλίστρες”), στην οποία ο ποιητής απευ­θύνει εν είδη επωδού την ερώτηση:    Ειπέ με Ποθοτσουτσουνιά, μαυλίζεις ή γαμιέσαι;   Αλλού τη βάζει και καμαρώνει για τα προσόντα της:   Εγώ 'μαι η Ποθοτσουτσουνιά, εγώ 'μαι η ψωλοπόθα, εγώ 'μαι απάνω εις όλες σας, εγώ 'μαι εδά κερά σας.

Οπωσδήποτε ο Σαχλίκης δεν πρωτοτυπεί εκφράζοντας ένα τέ­τοιο μίσος ενάντια στις γυναίκες, παρόλο που οι προσωπικές του εμπειρίες και ταλαιπωρίες τον δικαιολογούν απόλυτα, αλλά βρίσκε­ται στα πλαίσια μια γενικότερης ποιητικής παράδοσης της εποχής, μιας παράδοσης μισογυνισμού, όχι ειδικά Κρητικής, αλλά πανευρωπαϊκής, που έχει τις ρίζες της στον μεσαίωνα, και αποτελεί μια χολωμένη αντίθεση στους αυλικούς έρωτες των ιπποτικών μυθιστοριών, όπου η γυναίκα σχεδόν θεοποιείται.   Οι ποιητικές συμβάσεις με τις οποίες εκφράστηκε αυτός ο μισογυνισμός ήσαν κατά βάση τρεις.  Η πρώτη ήταν ένας μακρύς κατάλογος με αποφθεγματικές ρήσεις κατά των γυναικών, από τον Όμηρο, τους αρχαίους και την Παλαιά Διαθήκη, μέχρι τον τελευ­ταίο (ξένο) κερατωμένο βασιλιά. Η δεύτερη σύμβαση ήταν συμβου­λές σε νέο που πρόκειται να παντρευτεί και η τρίτη ένας διάλογος ανάμεσα σε ένα υπερασπιστή και σε ένα πολέμιο των γυναικών.   Επιρροές από το Στέφανο Σαχλίκη και από ιταλικά πρότυπα έχει το ποίημα «Έπαινος των γυναικών» με 735 οκτασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους, μία χλευαστική περιγραφή των ηθικών ελαττωμάτων των γυναικών αρχίζοντας από τις ανύπαντρες, προχωρώντας στις παντρεμένες και τελειώνοντας στις χήρες.   Πολλὰ ἐχαροκόπησα ἐγὼ καὶ ἐκείνη ἀντάμα· ἦταν αὐθέντρια καὶ κυρὰ καὶ δέσποινα καὶ ντάμα. Πολλὰ παραδιαβάσαμεν ἀντάμα ἐμεῖς οἱ δύο: ἀκόμη ὡς καὶ τὴν σήμερον τὰ γένια μου μαδίω. Διὰ ἐκείνην τὴν πολιτικὴν στὴν φυλακὴν μ' ἐβάλαν καὶ ἀπείτις μ' ἐρημάξασιν, τότε κοντὰ μ' ἐβγάλαν. Καὶ τά 'γραψα εἰς τὴν φυλακὴν διὰ τὲς ἀρχιμαυλίστρες καὶ τὰ παιδία τοῦ σκολειοῦ πολλὰ τὰ τραγουδοῦσαν. Καὶ ἀπεὶν ἐλευθερώθηκαν, ἡ Τύχη μου ἡ καμένη, ὡς ἦτον νὰ μὲ πολεμᾶ πάντοτε μαθημένη, λέγει μου:«Ἀγώμε εἰς τὸ χωριόν, νὰ κάμης τὲς δουλειὲς σου, καὶ ἄφες τοῦ Κάστρου τὰ στενά, ἄφες τὲς πελελιές σου».   Μίμηση του Σαχλίκη και στο θέμα ακόμη είναι και ένα άλλο ποίημα ανώνυμου στιχουργού, ο «Θρήνος του φαλίδου του πτωχού» σε 280 επτασύλλαβους ή οκτασύλλαβους τροχαϊκούς στίχους, που αποτελούν την αυτοβιογραφία ενός ευγενούς νέου, ο οποίος κατασπατάλησε την περιουσία του σε ασωτίες και βρέθηκε στο τέλος χρεοκοπημένος.  

Χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από την μελέτη του Μπάμπη Δερμιτζάκη: Η Λαϊκότητα Της Κρητικής Λογοτεχνίας, Αθήνα 1990, Εκδόσεις Δωρικός” και από το δ.τ. του ΜΙΕΤ. Τα ποιήματα. Χρηστική έκδοση με βάση και τα τρία χειρόγραφα, Φιλολογική επιμέλεια, πρόλογος, εισαγωγή και γλωσσάριο: Γιάννης Κ. Μαυρομάτης, Νικόλαος Μ. Παναγιωτάκης, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2015 

Πηγή: www.lifo.gr

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Υahya Hassan (Γιαχία Χασάν) - Η ποίηση ενός μη φανατικού μουσουλμάνου

Η οργή του ποιητή


Ένας πρωτοεμφανιζόμενος ποιητής παλαιστινιακής καταγωγής, ο Γιαχία Χασάν, απασχολεί εδώ και εβδομάδες τη δανέζικη κοινή γνώμη. Με τους στίχους αλλά και τις απόψεις του για τις παρωπίδες του Ισλάμ.

Παρουσίαση: Σπύρος Μοσκόβου
Μετάφραση των ποιημάτων από τα δανέζικα: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ

[δημοσίευση στο τεύχος 102-103, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2013, του περιοδικού Εντευκτήριο]

Ο δάσκαλος δεν πίστευε στα μάτια του. Η εκπληκτική έκθεση σε θαυμάσια δανέζικα έφερε την αλλόκοτη υπογραφή Γιαχία Χασάν. Αυτός που τα υπέγραφε ήταν ένας αλητάκος που είχε εγκαταλείψει το σπίτι του, μεγαλωμένος σε ένα γκέτο Παλαιστίνιων μεταναστών στο Ααρχούς της Δανίας, κλεφτρόνι στους πέντε δρόμους, χασισοπότης, που είχε έρθει στο ίδρυμα για να συνετιστεί. Ο δάσκαλος νόμισε ότι ο μικρός είχε αντιγράψει. Ο Γιαχία λύσσαξε με τη δυσπιστία του δάσκαλου. Του άρπαξε την έκθεση από τα χέρια, κάθισε και έγραψε μια καινούργια, κι αυτή ήταν εκπληκτική σε θαυμάσια δανέζικα. Ο δάσκαλος έδωσε στον μικρό να διαβάσει Ντοστογιέφσκι, μετά κι άλλους συγγραφείς, τον έστειλε να πάρει μαθήματα λογοτεχνικής γραφής. Έτσι γεννήθηκε ο ποιητής Γιαχία Χασάν, 18 χρονών σήμερα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο το ίδιο το όνομά του, κυκλοφόρησε πρόσφατα και έχει πουλήσει μέχρι στιγμής 50.000 αντίτυπα, αριθμό πρωτοφανή για πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα, και μάλιστα ποιητή.

O Γιαχία Χασάν εδώ και δύο μήνες είναι το αδιαμφισβήτητο αστέρι στη λογοτεχνική σκηνή αλλά και τη δημόσια συζήτηση στη Δανία. Γιατί; Επειδή με αναπάντεχη ευθυβολία και λιτότητα στιγματίζει τις προκαταλήψεις των γονιών του και όλων των καθυστερημένων μουσουλμάνων μεταναστών στις δυτικές κοινωνίες, στηλιτεύει τη θρησκοληψία και την ηθική και πνευματική σεμνοτυφία τους. Το είπε με άλλα λόγια και σε μια περίφημη πια συνέντευξή του στην εφημερίδα Politiken: «Τα έχω πάρει στο κρανίο με τη γενιά των γονιών μου, που ήρθε στη Δανία στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Αυτή η ορδή μεταναστών εγκατέλειψε τα παιδιά της κυριολεκτικά στη μοίρα τους. Με το που πάτησαν το πόδι τους στη Δανία, σαν να τέλειωσε ο ρόλος τους ως γονιών. Βλέπαμε τους πατεράδες μας να ρεμπελεύουν καθισμένοι πάνω στο κοινωνικό βοήθημα με το τηλεκοντρόλ στο χέρι, δίπλα η απογοητευμένη μάνα που δεν άνοιγε ποτέ το στόμα της. Εμείς που διακόψαμε το σχολείο, που γίναμε λωποδύτες και αλήτες, δεν εγκαταλειφθήκαμε από το σύστημα, αλλά από τους γονείς μας. Είμαστε μια ορφανή γενιά».

Τα λεγόμενα και τα γραφόμενα του Γιαχία Χασάν έχουν προκαλέσει σάλο στη Δανία, αυτή η άκαμπτη, πεισματωμένη, αυθεντική φωνή συνεγείρει. Πολλοί νέοι ξεσηκώθηκαν στο διαδίκτυο και ενώνουν τις φωνές τους με τη δική του· οι τα φαιά φορούντες και περί ηθικής λαλούντες μουσουλμάνοι τον θεωρούν προδότη, ένας μάλιστα τον ξυλοφόρτωσε πριν από λίγες μέρες σ’ έναν σιδηροδρομικό σταθμό· οι φιλελεύθεροι Δανοί εκπλήσσονται με τη στριγκή αυτή φωνή μιας παραμελημένης αλήθειας· οι δεξιοί Δανοί τον χειροκροτούν επειδή ψέλνει τον εξάψαλμο στο καθυστερημένο Ισλάμ. Ο ίδιος ο Γιαχία Χασάν λέει για τις διαφορετικές προσλήψεις των στίχων και των απόψεών του: «Όταν αγοράσεις από το σούπερ μάρκετ τυρί, το τυρί δεν φταίει μετά αν εσύ το χρησιμοποιήσεις για πίτσα ή για να φτιάξεις ένα σάντουιτς».
Η λογοτεχνική κριτική επαινεί τη γλώσσα του Γιαχία Χασάν, ένα μείγμα από εκλεπτυσμένα δανέζικα με ειρωνικές προσμίξεις αργκό, ο εκδοτικός του οίκος έχει απαγορεύσει καταρχήν τις μεταφράσεις σε άλλες γλώσσες, την πρώτη μετάφραση στα αγγλικά έχουν αναλάβει δύο ράπερ. Αλλά και τα λιγοστά σπαράγματα που διαβάσαμε, μας θύμισαν έναν άλλο οργισμένο νέο από την Αθήνα, τον τσετσενικής καταγωγής Έλληνα ποιητή Γιάσρα Χάλεντ, που με το αιματώδες ποιητικό ταμπεραμέντο του δίνει φωνή στους απόκληρους μετανάστες και πρόσφυγες, τους παρίες της ελληνικής κοινωνίας. Τι Αθήνα, τι Κοπεγχάγη! Μια νέα γενιά καταραμένων ποιητών ανδρώνεται στους υπονόμους της μακάριας Ευρώπης.

Σ.Μ.


ΜΝΗΜΕΣ ΔΙΑΚΟΠΩΝ 1

Η ΜΑΜΑ ΕΙΠΕ ΟΤΙ Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΕΧΕΙ ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΜΕΡΣΕΝΤΕΣ
ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΓΚΑΡΑΖ
ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΕΒΓΑΖΑΝ ΜΟΝΟ
ΣΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ
ΚΙ ΟΤΑΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΣΩΘΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΙΣΡΑΗΛΙΝΟΥΣ
ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΠΕΡΝΟΥΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΓΚΑΡΑΖ
ΣΤΑΜΑΤΟΥΣΑ ΚΑΙ ΑΓΓΙΖΑ
ΤΗ ΒΑΡΙΑ ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΑΛΥΣΙΔΑ
ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΣΑ ΝΑ ΤΗ ΦΑΝΤΑΣΤΩ
ΕΛΕΓΑ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ
 ΘΕΙΟΥΣ ΜΟΥ ΝΑ ΜΕ ΑΦΗΣΟΥΝ ΝΑ ΤΗΝ ΟΔΗΓΗΣΩ
ΕΛΕΓΑ ΠΩΣ ΕΙΧΑ ΜΑΘΕΙ ΝΑ ΟΔΗΓΩ ΣΤΗ ΔΑΝΙΑ
Σ’ ΕΝΑ ΠΑΡΚΙΝΓΚ
ΜΕ ΜΠΕΤΟΝ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΑ ΠΛΕΥΡΑ 
ΚΑΙ ΜΠΕΤΟΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ 
Ο ΘΕΙΟΣ ΜΟΥ ΜΕ ΠΗΓΕ ΒΟΛΤΑ
ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΤΟΥ ΜΕΡΣΕΝΤΕΣ 
ΕΙΠΕ ΠΩΣ ΗΤΑΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ 
ΝΑ ΜΕ ΑΦΗΣΕΙ ΝΑ ΟΔΗΓΗΣΩ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ
Η ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΕΔΩ
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΠΩΣ ΣΤΗ ΔΑΝΙΑ
Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΚΑΙ Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΒΕΝΖΙΝΗΣ
ΕΧΟΥΝ ΤΡΕΛΑΝΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΕΙΠΕ
ΕΣΤΡΙΨΕ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΕ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ
ΚΑΙ ΕΡΗΜΗ ΑΛΑΝΑ
ΑΛΛΑΞΑΜΕ ΘΕΣΗ
ΟΔΗΓΑ ΤΩΡΑ ΠΡΟΣΕΧΤΙΚΑ
ΩΡΑΙΑ ΚΑΙ ΚΑΛΑ ΕΙΠΕ Ο ΘΕΙΟΣ
ΠΟΥ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΗΡΑΝ ΤΟ ΕΝΑ ΤΟΥ ΝΕΦΡΟ ΣΤΟ ΝΤΟΥΜΠΑΪ
ΕΒΑΛΕ ΕΝΑ ΤΣΙΓΑΡΟ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ
ΔΟΣ ΜΟΥ ΕΝΑ ΘΕΙΕ ΕΙΠΑ
ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΟ ΠΟΛΥΣΚΕΦΤΩ
ΚΑΠΝΙΖΕΙΣ; ΡΩΤΗΣΕ
ΚΑΙ ΕΒΓΑΛΕ ΑΛΛΟ ΕΝΑ
ΜΑ ΕΙΣΑΙ ΑΚΟΜΑ ΠΙΤΣΙΡΙΚΟΣ
ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΜΑΘΑ ΣΤΗ ΔΑΝΙΑ ΘΕΙΕ
ΜΕ ΦΙΛΗΣΕ ΣΤΟ ΜΑΓΟΥΛΟ
ΚΑΙ ΤΟΝ  ΦΙΛΗΣΕ Ο ΗΛΙΟΣ
ΟΔΗΓΟΥΣΑ ΓΥΡΩ ΓΥΡΩ ΦΥΣΩΝΤΑΣ ΚΑΠΝΟ
ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΕΡΙΚΕΣ ΜΕΡΕΣ ΟΤΑΝ ΕΠΕΣΑΝ ΒΟΜΒΕΣ
ΑΝΟΙΞΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ Η ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΓΚΑΡΑΖ
ΟΥΤΕ ΠΟΥ ΠΡΟΣΕΞΑ ΤΑ ΙΣΡΑΗΛΙΝΑ
ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΑ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ ΕΤΡΕΜΕ
ΑΠΟ ΛΑΧΤΑΡΑ ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΜΕΡΣΕΝΤΕΣ
ΣΚΟΝΙΣΜΕΝΗ ΚΑΙ ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΗ ΟΠΩΣ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ
ΤΣΟΥΛΗΣΕ ΑΡΓΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ


ΕΙΔΙΚΗ ΤΑΞΗ*      

ΔΥΟ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
ΕΦΑΓΑΝ ΕΝΑ ΜΑΝΙΤΑΡΙ ΚΑΙ ΕΚΑΨΑΝ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
ΤΩΡΑ ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΓΙΝΟΝΤΑΝ 
ΣΕ ΚΑΤΙ ΓΚΡΙΖΑ ΠΑΡΑΠΗΓΜΑΤΑ ΣΤΟ ΠΡΟΑΥΛΙΟ
ΟΙ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ
ΑΛΛΑ ΓΕΜΙΣΑΜΕ ΤΙΣ ΒΑΛΙΤΣΕΣ ΜΕ ΡΟΥΧΑ
ΚΑΙ ΠΕΤΑΞΑΜΕ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΜΠΑΜΠΑ ΣΕ ΕΝΑΝ ΚΑΤΑΥΛΙΣΜΟ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΣΤΟΝ ΛΙΒΑΝΟ
ΜΕ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΡΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΞΙΚΕΣ ΒΡΥΣΕΣ ΝΕΡΟΥ
ΜΑΣ ΣΥΣΤΗΣΑΝ ΣΕ ΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΘΕΙΟΥΣ
ΠΟΥ ΕΜΟΙΑΖΑΝ ΣΑΝ ΚΑΚΑ ΑΝΤΙΓΡΑΦΑ 
ΤΩΝ ΘΕΙΑΔΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ ΣΤΗ ΔΑΝΙΑ
ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΧΡΟΝΙΑ ΕΚΑΝΑΝ ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΑΔΕΡΦΟ 
ΦΩΝΑΖΕ ΚΑΙ ΕΚΛΑΙΓΕ
ΤΡΕΙΣ ΘΕΙΟΙ ΤΟΝ ΚΡΑΤΟΥΣΑΝ ΑΚΙΝΗΤΟ
ΕΝΩ Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΤΟΝ ΠΕΤΣΟΚΟΒΕ
ΜΕ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΕΜΟΙΑΖΕ ΣΑΝ ΨΑΛΙΔΙ
ΕΤΣΙ ΣΦΑΞΑΜΕ ΧΑΛΑΛ ΤΟ ΑΡΝΙ
ΤΟ ΑΙΜΑ ΕΤΡΕΧΕ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ
ΚΑΙ ΕΓΩ ΤΡΑΒΟΥΣΑ ΟΛΟ ΤΡΑΒΟΥΣΑ ΕΝΑ ΕΝΤΕΡΟ ΜΑΚΡΥΝΑΡΙ
ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΕΙΔΑ ΤΟΝ ΓΙΑΤΡΟ
ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΜΑΘΕΙ ΠΩΣ ΠΑΕΙ ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΤΟΥ ΑΔΕΔΦΟΥ ΜΟΥ
ΟΤΑΝ Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ ΕΙΔΕ ΤΟΝ ΓΙΑΤΡΟ ΕΤΡΕΞΕ ΝΑ ΦΥΓΕΙ
ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΟΙ ΙΣΡΑΗΛΙΝΟΙ ΗΤΑΝ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΜΑΣ
ΦΤΙΑΞΑΜΕ ΤΙΣ ΒΑΛΙΤΣΕΣ ΕΝΩ ΕΠΕΦΤΑΝ ΟΙ ΒΟΜΒΕΣ
Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΜΑΣ ΠΗΓΕ ΣΤΗ ΣΥΡΙΑ
ΕΦΤΑ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΟΙ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΜΕΡΣΕΝΤΕΣ
ΜΕ ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΗΣ FAIRUZ
ΚΑΤΙ ΣΥΝΟΜΗΛΙΚΟΙ ΜΟΥ ΠΛΗΣΙΑΣΑΝ ΤΟ ΑΜΑΞΙ
ΗΘΕΛΑΝ ΝΑ ΜΑΣ ΠΟΥΛΗΣΟΥΝ ΧΑΡΤΙ ΤΟΥΑΛΕΤΑΣ ΕΝΩ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΤΑΜΑΤΗΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ
ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΕΛΗΞΕ ΜΕ ΕΝΑ ΦΙΛΙ
ΚΑΙ Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΟΔΗΓΗΣΕ ΠΙΣΩ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ
ΠΟΥ ΜΕΤΑ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΤΗΚΕ
ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΞΑΝΑΠΑΩ ΣΤΑ ΠΑΡΑΠΗΓΜΑΤΑ
ΑΛΛΑ ΜΕ ΕΙΧΑΝ ΔΙΩΞΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΞΗ
ΘΑ ΠΗΓΑΙΝΑ ΣΕ ΕΙΔΙΚΗ ΤΑΞΗ
ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΡΑΜΙ ΤΟΝ ΝΤΑΟΥΝΤ ΤΟΝ ΑΛΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΟΧΑΜΕΝΤ
ΚΛΕΒΑΜΕ ΔΙΣΚΟΥΣ ΜΕ ΦΑΪ ΚΑΙ ΚΑΡΤΕΣ ΠΟΚΕΜΟΝ
ΒΛΕΠΑΜΕ ΠΟΡΝΟ ΣΤΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ
ΚΑΙ ΠΕΤΟΥΣΑΜΕ ΠΕΤΡΕΣ ΣΤΟΥΣ ΕΡΓΑΤΕΣ

* Eννοεί τάξη για ταραξίες (σ.τ.μ.).



ΤΑΒΛΕΣ ΚΡΕΒΑΤΙΟΥ 

ΔΕΝ ΕΙΠΕ ΧΑΜΠΙΜΠΙ
ΕΙΠΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ Η ΤΑ ΠΟΔΙΑ
ΚΙ ΕΣΠΑΣΕ ΜΙΑ ΤΑΒΛΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ
ΠΟΥ ΤΟΥ ΕΛΕΙΠΕ ΜΙΑ ΣΕΙΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΔΕΞΙΑ ΜΕΧΡΙ ΤΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
ΕΚΕΙ ΒΟΥΛΙΑΖΕ ΤΟ ΣΤΡΩΜΑ
ΤΑ ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΟΥ ΦΩΝΑΖΑΝ ΣΤΟ ΔΙΠΛΑΝΟ ΔΩΜΑΤΙΟ
ΚΑΙ ΣΚΕΠΑΖΑΝ ΤΗ ΦΩΝΗ ΜΟΥ
Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΚΟΥΖΙΝΑΣ ΟΠΟΥ Η ΜΑΜΑ ΜΑΓΕΙΡΕΥΕ 
ΗΤΑΝ ΚΛΕΙΣΤΗ
ΚΑΙ ΟΛΟ ΧΩΝΕΤΑΙ ΕΙΠΕ ΑΥΤΟΣ
Ο ΑΝΤΡΑΣ Η Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ
ΟΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΗΣΩ
ΟΥΤΕ ΟΡΘΙΟΣ ΝΑ ΑΚΟΥΜΠΗΣΩ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ
ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΕΝΤΩΜΕΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΑ ΠΟΔΙ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ
ΟΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΠΡΟΣΤΑΞΕ
ΚΑΠΝΙΣΕ ΕΝΑ ΤΣΙΓΓΑΡΟ ΚΑΙ ΜΑΖΕΨΕ ΝΕΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
ΚΑΙ ΠΡΟΤΟΥ ΕΡΘΕΙ Η ΣΕΙΡΑ ΤΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ ΜΟΥ
ΕΒΓΑΛΑ ΤΙΣ ΚΑΛΤΣΕΣ ΜΟΥ
ΤΟΥ ΕΙΠΑ ΝΑ ΤΙΣ ΦΟΡΕΣΕΙ 
ΚΑΙ ΝΑ ΜΟΥ ΠΡΙΟΝΙΣΕΙ ΤΑ ΠΟΔΙΑ



SALAM HABIBI*

ΣΚΑΛΙΖΑ ΜΙΑ ΒΕΡΓΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
ΟΤΑΝ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΜΟΥ ΕΔΩΣΕ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ
ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΛΕΦΩΝΟΥΝ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ
ΤΙ ΕΚΑΝΑ ΠΑΛΙ ΡΩΤΗΣΑ
ΚΑΙ ΠΗΡΑ ΤΟ ΑΚΟΥΣΤΙΚΟ
ΗΤΑΝ Η ΜΑΜΑ
ΕΙΠΕ ΟΤΙ ΕΙΧΕ ΦΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ
ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΒΡΑΔΥ ΚΑΘΟΜΑΣΤΑΝ
ΣΤΟ ΣΑΛΟΝΙ
Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΚΡΕΒΑΤΟΚΑΜΑΡΑΣ ΗΤΑΝ ΚΛΕΙΣΤΗ
ΘΟΡΥΒΟΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΚΑΙ
ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΛΕΙΔΑΡΟΤΡΥΠΑ
Η ΜΑΜΑ ΜΕ ΕΝΑ ΚΑΛΩΔΙΟ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΑΙΜΟ ΤΗΣ
ΕΣΠΑΣΑ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΚΑΙ
ΑΥΤΟΣ ΕΒΓΑΛΕ ΤΗ ΖΩΝΗ ΤΟΥ
ΜΟΥ ΕΙΧΕ ΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΣΩ
ΣΤΟ ΣΑΛΟΝΙ

*Salam habibi: Γεια σου, αγάπη [μου] στα αραβικά.



ΜΑΝΑ ΤΡΙΩΝ ΞΕΝΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ

ΕΚΛΕΙΣΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΣΑΛΟΝΙΟΥ
ΜΙΛΟΥΣΕ ΜΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΑΒΙΑ
ΜΑΣ ΕΙΠΕ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΕΝΑ ΓΕΙΑ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ
ΕΓΩ ΑΡΝΗΘΗΚΑ
ΕΙΠΕ ΟΤΙ ΘΑ ΞΑΝΑΤΗΛΕΦΩΝΟΥΣΕ
ΤΟ ΚΑΤΕΒΑΣΕ ΚΑΙ ΜΕ ΠΗΡΕ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ
ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΗΡΘΕ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΑΟΥΔΙΚΗ ΑΡΑΒΙΑ
ΗΤΑΝ ΓΛΥΚΙΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ
ΜΑΣ ΕΦΤΙΑΧΝΕ ΠΡΩΙΝΟ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΙΖΕ ΤΑ ΔΩΜΑΤΙΑ ΜΑΣ
ΕΙΧΕ ΒΙΖΑ ΓΙΑ ΤΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ
ΑΛΛΑ ΕΦΥΓΕ ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟ
ΚΑΙ Η ΠΟΡΤΑ ΞΑΝΑΕΚΛΕΙΣΕ
ΞΑΦΝΙΚΑ ΘΑ ΠΗΓΑΙΝΑΜΕ ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΓΥΝΑΙΚΑ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΥΝΗΣΙΑ
ΝΟΙΚΙΑΣΑΜΕ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΚΑΙ ΠΗΓΑΜΕ ΣΤΟ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ
ΜΑΣ ΕΙΠΕ ΝΑ ΤΗ ΦΩΝΑΖΟΥΜΕ ΜΑΜΑ
ΜΑΣ ΕΦΕΡΕ ΔΩΡΑ
ΤΗΣ ΕΔΕΙΞΕ ΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ ΜΕ ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΗ ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ
ΕΠΕΙΤΑ ΜΠΗΚΑΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟ ΕΝΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΛΛΟ
ΑΥΤΑ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΡΦΑΚΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΑ ΠΕΙΡΑΞΩ
ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΔΕΙ ΧΙΟΝΙ
ΜΑΓΕΙΡΕΥΕ
ΚΑΙ ΕΣΚΥΒΕ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΣΤΟΝ ΝΕΡΟΧΥΤΗ
ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΓΕΥΜΑ 
ΞΕΡΝΟΒΟΛΟΥΣΕ ΚΑΙ ΕΒΡΙΖΕ ΣΕ ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ
ΕΒΛΕΠΕ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΚΑΙ ΚΑΠΝΙΖΕ ΜΑΚΡΙΑ LOOK
ΚΑΙ ΕΦΤΥΝΕ ΤΗ ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΣΤΟ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ
ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΗΤΑΝ ΠΕΣΜΕΝΗ ΚΑΤΩ
ΜΕ ΜΙΑ ΕΝΕΣΗ ΙΝΣΟΥΛΙΝΗΣ ΣΤΟΝ ΛΑΙΜΟ
ΤΗΣ ΕΔΩΣΑ ΜΙΑ ΚΛΩΤΣΙΑ
ΚΑΙ ΤΗΛΕΦΩΝΗΣΑ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ

πηγή: entefktirio.blogspot.com