Ποιητές

Ύποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις -
και γίνονται πουλιά.
Τάσος Λειβαδίτης

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Το πένθιμο και κατακόρυφο εμβατήριο του μηδενισμού από τον Κώστα Καρυωτάκη

γράφει ο Δημήτρης Καλαντζής για το http://www.postmodern.gr/

Το 1862 δημοσιεύτηκε το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Ιβάν Τουργκένιεφ «Πατέρες και γιοί» και ξέσπασε σάλος στη Ρωσία. Ένας από τους κεντρικούς ήρωες του βιβλίου, ο Μπαζάροφ, δεν αμφισβητούσε απλά το φεουδαρχικό σύστημα της αχανούς χώρας, αλλά μισούσε κάθε ιδέα μεταρρύθμισης, πιστεύοντας μόνο στην άρνηση και στην καταστροφή οποιασδήποτε τάξης. Ήταν ο πιο «επικίνδυνος» χαρακτήρας, που είχε παρουσιαστεί μέχρι τότε στη ρώσικη λογοτεχνία. Ένας αρνητής των πάντων. Ένας μηδενιστής.

Ο Τουργκένιεφ αναγκάστηκε να φύγει από τη Ρωσία για την κεντρική Ευρώπη, όπου ο χαρακτήρας του βιβλίου του, ο «μηδενιστής», έγινε με τα χρόνια φιλοσοφική θεωρία και χαρακτήρισε πολλές και ποικίλες «σχολές» επαναστατικής δράσης του 19ου αιώνα.

Ο μηδενισμός μέχρι σήμερα απορρίπτει και αποδοκιμάζει το περιβάλλον του, διαμαρτύρεται ή και επαναστατεί εναντίον της καθεστηκυίας τάξης. Διακρίνεται σε θεωρητικό μηδενισμό (δεν παραδέχεται καμιά αλήθεια), μεταφυσικό μηδενισμό (αρνείται την ύπαρξη νοήματος στη ζωή, την ύπαρξη θεού και λογικής τάξης στον κόσμο), κοινωνικό μηδενισμό (απορρίπτει όλους τους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς) και ιστορικό μηδενισμό (υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει τελικός σκοπός ή νόημα στην ιστορική εξέλιξη και αν υπάρχει τελικός σκοπός, αυτός είναι η καταστροφή και το αδιέξοδο).

Στη σκέψη του Νίτσε (και στην ελληνική πραγματικότητα, στη σκέψη του Καζαντζάκη), ο μηδενισμός απέκτησε τελικό προορισμό: μετά την καταστροφή της τάξης των «μικρών ανθρώπων», θα εμφανιστεί ο υπερ-άνθρωπος, ένα ον που η απόσταση του από τον κανονικό άνθρωπο, θα είναι μεγαλύτερη από την απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο και στον πίθηκο. Θα είναι ο άνθρωπος που θα εφεύρει τη νέα γνώση, θα «φωτίσει» τον κόσμο και θα αλλάξει κάθε υπάρχουσα αντίληψη για τη ζωή. Οι «μικροί άνθρωποι» θα αναγνωρίσουν τον υπεράνθρωπο ως σωτήρα και θα τρέξουν να τον ακούσουν για να πάψουν να είναι απλά «ένα σκοινί τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και στον υπεράνθρωπο, ένα σκοινί πάνω από την άβυσσο».

Τη μεταφυσική προσδοκία του Νίτσε δεν συμμερίστηκε το σύνολο των θιασωτών του μηδενισμού, επιμένοντας ότι το τελολογικό αδιέξοδο, είναι η φυσική και αναπόδραστη κατάληξη των ανθρωπίνων κοινωνιών συνολικά, όπως ακριβώς είναι και του κάθε ατόμου.

Ο Κώστας Καρυωτάκης μέσα σε πέντε λιτά τετράστιχα, με περίσσευμα σαρκασμού και βωβού σπαραγμού, περιγράφει τον εαυτό του ως αποφασισμένο αυτόχειρα να ετοιμάζεται να κρεμαστεί από το ταβάνι νεοκλασικού σπιτιού, αφού όλα στη ζωή είναι μάταια, μη μαχητά και μη αναστρέψιμα.

Πρόκειται για το «Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο» της συλλογής «Ελεγείες και Σάτιρες» του 1927:

Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.
Mαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.
H ευτυχία μου, σκέπτομαι, θά ‘ναι
ζήτημα ύψους.

Σύμβολα ζωής υπερτέρας,
ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκές άκανθες ολόγυρα σ’ ένα
Aμάλθειο κέρας.

(Tαπεινή τέχνη δίχως ύφος,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμά σου!)
Όνειρο ανάγλυφο, θα ‘ρθώ κοντά σου
κατακορύφως.

Oι ορίζοντες θα μ’ έχουν πνίξει.
Σ’ όλα τα κλίματα, σ’ όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη.

Ά! πρέπει τώρα να φορέσω
τ’ ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
Έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ’ αρέσω.

Ο Καρυωτάκης δεν πίστευε ούτε στη δυνατότητα αλλαγής των κοινωνικών συνθηκών (παρότι συνδικαλίστηκε), ούτε σε παρηγορητικές μεταφυσικές θεωρίες και ιδεαλισμούς. Μία μόνο καταληκτική λύτρωση έβλεπε κι αυτή ήταν η επίσπευση του τέλους του. Στο «Εμβατήριο» τοποθέτησε απέναντι στην τραγικότητα της ζωής, την πραγματικότητα του θανάτου, αποδραματοποιημένη και υπονομευμένη σαρκαστικά με στίχους όπως: “Ά! Πρέπει να φορέσω / τ΄ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι. / Έτσι με πλαίσιο γύρω το ταβάνι, / πολύ θ΄ αρέσω.”

Στην εποχή της δημοσίευσης του ποιήματος, γράφτηκε ότι επρόκειτο για ένα “παραλήρημα από ένα κουρασμένο μυαλό που βλέπει αραβουργήματα να σαλεύουν και να μπερδεύονται αδιάκοπα”. Άλλοι πάλι είπαν ότι προσπαθούσε να ξορκίσει με κυνικό χιούμορ την ακραία “τελική πράξη”, που επρόκειτο να κάνει, χιούμορ αντίστοιχο με εκείνο του σημειώματος αυτοκτονίας του («…κάποτε, όταν μου δοθεί ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου» ).

Ο Τέλλος Άγρας* έγραψε στο περιοδικό «Νέα Γράμματα» το 1935: “Οι σφαίρες του Καρυωτάκη έπληξαν τη ζωή του, αλλά όχι την Ποίησή του. Η ποίησις του είχε τελειώσει πριν από την αυτοκτονία του: οι Ιδανικοί Αυτόχειρες, το Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο, η Δικαίωσις, η Πρέβεζα μας το λέγουν καθαρά ! Η αυτοκτονία έχει γίνει κιόλας θέμα της ποιήσεώς του – φυσικά, το τελευταίο (…) Η ζωή του Καρυωτάκη έφερε τη μελαγχολία του. Η μελαγχολία του, την ταραγμένη φαντασία (…) Η φαντασία έφερε τις Ελεγείες. Οι Ελεγείες έφεραν τις Σάτιρες. Οι Σάτιρες την αυτοκτονία. – Αλλιώς δεν μπορούσε να γίνει''...

Η σπουδή των συγγενών του Καρυωτάκη να εξαφανίσουν στοιχεία που θα σκιαγραφούσαν ολοκληρωμένα την προσωπικότητά του, άφησε αναπάντητα ερωτήματα για τη ζωή και την αυτοχειρία του. Θεωρίες ότι έπασχε από σύφιλη, είχε απελπιστεί από τις δυσμενείς μεταθέσεις ή είχε απογοητευτεί από τη μέτρια αποδοχή του έργου του, έχουν αμφισβητηθεί κατά καιρούς με σοβαρά στοιχεία.

*όλο το κείμενο στο τέλος του άρθρου

Αδιαμφισβήτητο μένει το κενό που κραυγάζουν οι στίχοι του.

Το μηδέν στην ελπίδα.

Η ύπαρξη χωρίς προσδοκίες.

Η αβάσταχτη συνέχεια, όταν γνωρίζεις το τέλος.

«Σ’ όλα τα κλίματα, σ’ όλα τα πλάτη,/ αγώνες για το ψωμί και το αλάτι, / έρωτες, πλήξη».

Ο Δημήτρης Καλαντζής γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στο κέντρο της Αθήνας. Σπούδασε δημοσιογραφία στο «Εργαστήρι» και Ελληνικό Πολιτισμό στο ΕΑΠ. Έχει δουλέψει σε εφημερίδες, ραδιοφωνικούς & τηλεοπτικούς σταθμούς και τώρα διερευνά τους κώδικες του διαδικτύου. Αγαπά τις ανθρώπινες ιστορίες και τις γάτες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Beaton R., Εισαγωγή στη Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία, Νεφέλη, Αθήνα, 1996.

Γαραντούδης Ε., «Η ποίηση του Κ.Γ. Καριωτάκη» στο Βαρελάς Λ., κ.α., Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος & 20ος αιώνας), Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία (19ος & 20ος αιώνας), ΕΑΠ, Πάτρα, 2008.

Καγιαλής Τ., «Η Μοντέρνα Ποίηση και η Γενιά του ΄30» στο Βαρελάς Λ., κ.α., Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος & 20ος αιώνας), Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία (19ος & 20ος αιώνας), ΕΑΠ, Πάτρα, 2008.

Καριωτάκης, Κ.Γ., «Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο» στο Δανιήλ Χ. (επιμέλεια), Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος – 20ος αιώνας), Ανθολόγιο Νεοελληνικών Λογοτεχνικών Κειμένων (19ος – 20ος αιώνας), ΕΑΠ, Πάτρα, 2008.

Ντουνιά Χ., «Κ.Γ.Καρυωτάκης – Η αντοχή μίας αδέσποτης τέχνης», Καστανιώτης, 2000.

Παράσχος Κ., «Ένας αντιπροσωπευτικός Λυρικός» στο Σαββίδη Γ.Π. κ.α. Χρονογραφία Κ.Γ.Καρυωτάκη, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1989.

Πολίτης Λ., Ιστορία της Νεοελληνική Λογοτεχνίας, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2012.

Προκοπάκη Χ., «Η πορεία προς τη Γκραγκάντα ή οι περιπέτειες του οράματος (απόσπασμα)» στο Μπακογιάννης Μ. (επιμέλεια), Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος – 20ος αιώνας), Ανθολόγιο Κριτικών Κειμένων για τη Μελέτη της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (19ος και 20ος αιώνας), ΕΑΠ, Πάτρα, 2008.

Ρώτας Β., «Δύο Νέα Βιβλία» στο Σαββίδη Γ.Π. κ.α. Χρονογραφία Κ.Γ.Καρυωτάκη, ΜΙΕΤ,
Αθήνα, 1989.

Άγρας Τ., «Ο Καρυωτάκης και οι Σάτιρες στο περ. Νέα Ελληνικά Γράμματα το 1935», http://karyotakis.awardspace.com/theory/articles/agras.htm

''Ο Καρυωτάκης και οι Σάτιρες'' Του Τέλλου Άγρα κείμενο δημοσιευμένο στα 1935 στο περ. Νέα Γράμματα

Έχουν περάσει τρία χρόνια, από τότε που η εφημερίς «Πρωία» και συγκεκριμένως ένας από τους τότε συντάκτες της, ο κ. Κωστής Μπαστιάς, έλαβε συνεντεύξεις από τους κορυφαίους του τόπου, επάνω σ' ερωτήματα φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά και φιλολογικά. Από τις κυριώτερες συνεντεύξεις, εστάθηκε τότε η συνέντευξις του ποιητού και μεταφραστού Γρυπάρη. Κάθε φορά άλλως τε που έτυχε να δεχθή ν' απαντήση ο Γρυπάρης επάνω σε δεδομένο θέμα, η απάντησή του ήταν από τις πιο σημαντικές: έγραψε ένα ουσιαστικώτερο άρθρο για τον ποιητή Καβάφη, μέσα σ' ένα αναμνηστικό τεύχος του περιοδικού Νέα Τέχνη που εξέδιδε το 1923 ο κ. Βαγιάνος· εξεχώρισε, πρώτος, τον ίδιο εκείνο καιρό, το όνομα του νέου πεζογράφου που σήμερα μεσουρανεί, του Στρατή Μυριβήλη· στην Εικονογραφημένη της Ελλάδος, τ' ολιγόζωο περιοδικό του κ. Λέκου, όπου ο Γρυπάρης ήταν για λίγον καιρό διευθυντής, εκάλεσε για την παρακολούθηση της ξένης λογοτεχνίας τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.

Απαντώντας λοιπόν τότε στα φιλολογικά ερωτήματα της «Πρωίας», ο Γρυπάρης έλεγε περίπου στον κ. Μπαστιά: «Εγώ νομίζω ότι οι ποιηταί κ' οι συγγραφείς μας δεν μένουν καθόλου ξένοι από το κοινόν. Αν προσέξετε, θα ιδήτε ότι κάθε εποχή βρίσκει τον αντιπροσωπευτικό της. Παλαιότερα, τον ευρήκε στον Καβάφη. Έπειτα στον Βάρναλη. Τελευταία, στον Καρυωτάκη».

Και εδώ ήθελα να καταλήξω. Γιατί, χωρίς να υποτιμήσω διόλου τις άριστες, τις οξυδερκείς κι αναλυτικές κριτικές που έγραψαν για τον Καρυωτάκη ιδίως ο Αρίστος Καμπάνης, ο Κλ. Παράσχος, ο Κώστας Ουράνης, αλλά κι άλλοι πολλοί ακόμη, εν τούτοις υποθέτω να μη διαφωνήση κανείς, αν αυτά προπάντων τα λόγια, από το στόμα του Γρυπάρη, τα πάρω, για πολλούς λόγους, ωσάν την επισημότερην απ' όλες καθιέρωση, του έργου του ποιητού. Αληθινά, ο Καρυωτάκης είναι ο αντιπροσωπευτικός ποιητής μιανής εποχής.

Τον Καβάφη και τον Βάρναλη ο Γρυπάρης τους ήξερε, βέβαια, από χρόνια και τους παρακολουθούσε· τον Καρυωτάκη, όχι. Ο Καρυωτάκης έγινε γνωστός, προσφιλής, αντιπροσωπευτικός, κάπως απότομα και ξαφνικά.

Πρωτοδιάβασα, θυμούμαι, τ' όνομά του στα 1912, ανάμεσα στους βραβευμένους του παιδικού περιοδικού Παιδικός Αστήρ, που το αγόραζα τότε κι εγώ. Κι έπειτα, τον ξέχασα...

Έξη χρόνια αργότερα, το 1918, η πρώτη ποιητική του συλλογή, Ο πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων, μικρό τεύχος από δεκάεξη μόλις σελίδες -- μερικά τρυφερά μουσικά, γνήσια συμβολιστικά ποιήματα -- πέρασε σχεδόν απαρατήρητη.

.......................

Η δική μας γενεά εβγήκε, σχεδόν όλη, από τη Βιβλιοθήκη του Φέξη. Απ' εκεί επήγασαν τ' αγαθά της, απ' εκεί και τα ελαττώματά της: κι ο λυρισμός της, αλλά κι η μεγαλοστομία της· η θεωρητική της μόρφωση, αλλά κι ο προφητικός της τόνος -- ο "μεσσιανισμός" της· απ' εκεί τέλος η γερμανοπάθεια κι η ασιανοπάθεια που ζωηρά άλλως τε καθρεπτίστηκαν όλ' αυτά στα τότε αντιπροσωπευτικά φιλολογικά περιοδικά των νεωτέρων.

Ο Καρυωτάκης απ' όλ' αυτά έλειπεν.

Αμέτοχος ο άνθρωπος, η εργασία του άγνωστη. -- Αυτός ερχόταν, μόνος του, απ' αλλού. Ερχόταν αργά, από δρόμο δικό του.

....................

Τον εγνώρισα τέλος και προσωπικά. Τον εγνώρισα σ' ένα λαμπρό -- τουλάχιστον τότε -- και, υπηρεσιακώς σχεδόν ανεξάρτητο, Παράρτημα του Υπουργείου της Πρόνοιας στην οδό Κοραή, μέσα σ' ένα ευρύχωρο κι αξιοπρεπέστατο γραφείο, με χαλιά, με καλοριφέρ, με καινούρια έπιπλα, με πέτσινες πολυθρόνες -- κι εκείνος μόλις είχε γυρίσει από τη χειμωνιάτικη Ευρώπη, άψογα ντυμένος -- όπως πάντα, άλλως τε -- υπάλληλος με πολύ καλή θέση, πρόθυμος και περιποιητικός, τουλάχιστον στο φαινόμενο, ομηλιτικός και συνετός. Ήταν μάλλον κοντόσωμος, του έλειπε κάποιος αέρας, κάποια άνεση· τα μάτια του έπαιζαν ανήσυχα και άστατα. Το στόμα και το πηγούνι ήσαν χαρακτηριστικά βαρυθυμίας. Μα κατά τα λοιπά, σχεδόν τίποτε πάνω του δεν έδειχνε κάτι το ιδιόρρυθμο ή το αποκαλυπτικό. Όσο για την ομιλία του, ήταν από τις λίγες τίμιες, στρωτές ομιλίες: ανεπιτήδευτη, κανονική, διαφωτιστική -- και απλή. Το γέλιο του, μόνον αυτό δεν ήταν τόσο απλό.Ο Καρυωτάκης γελούσε συχνά, δηλαδή μάλλον χαμογελούσε συχνά· μα -- παράξενο πράγμα! Ακριβώς αυτό το χαμόγελο ήταν το μόνο που φανέρωνε όλη του την πικρία! Χαμογελούσε, μπορεί να πη κανείς, μόνο με το μισό του πρόσωπο. Τ' άλλο μισό έμενε όπως και πριν. Κι έτσι, η φυσιογνωμία του γινόταν, θαρρείς, ακανόνιστη, διχασμένη, δισυπόστατη. Και κατέβαζεν αμέσως τα μάτια κάτω, σα νάκανε αμαρτία.

.....................................

-- «Τι κρίμα! αν δεν αυτοκτονούσε θα γινόταν μεγάλος ποιητής!», έτσι είπαν, όσοι κατά βάθος πιστεύουν (κι είναι οι περισσότεροι) ότι η Τέχνη, και ειδικώτερα η Ποίησις, είναι απλή ασχολία -- πράγμα ανεξάρτητο από τη ζωή.

Μα συχνά έχουν λάθος. Για έναν αληθινό ποιητή, και μάλιστα γι' αντιπροσπωευτικό ποιητή, ζωή και τέχνη γίνονται ένα. Για έναν αληθινό ποιητή, το έργο του, σαρξ εκ της σαρκός του και οστούν εκ των οστών του, δεν είναι άλλο, παρά τυχαία -- και μοιραία -- έκφραση της ζωής του, όμοια μ' όλες τις άλλες, σε τρόπο που η τέχνη του να είναι η ζωή του και η ζωή του να είναι η τέχνη του, μαζί ν' αρχίζουν, μαζί να προχωρούν και μαζί να τελειώνουν.

Ένας μεγάλος ποιητής έπινε αψέντι. Έγινε αλκοολικός. Δεν έπινε βέβαια αψέντι για να γράψει. Αλλ' ούτε κι έπαψε να πίνη για να γράφη! Τα ποιήματά του είναι ποιήματα του ανθρώπου που είχε το πάθος του αλκοολισμού, έργα και σταθμοί του ανθρώπου που κατάντησε να γίνη αλκοολικός και να σέρνεται στα νοσοκομεία. Μα έτσι είναι! Διαφορετικά, θα ήσαν έργα άλλου ποιητού. Έτσι κι οι σφαίρες του Καρυωτάκη. Έπληξαν τη ζωή του, αλλά όχι την Ποίησή του. Η ποίησις του -- εκείνη είχε τελειώσει πριν από την αυτοκτονία του. Οι Ιδανικοί Αυτόχειρες, το Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο, η Δικαίωσις, η Πρέβεζα μας το λέγουν καθαρά! Η αυτοκτονία έχει γίνει κιόλας θέμα της ποιήσεώς του -- φυσικά, το τελευταίο. Αν λοιπόν ο Καρυωτάκης επιζούσε, θα επιζούσε ο άνθρωπος· αλλά όχι ο ποιητής. Και ποιος ξέρει πώς θα επιζούσε ο άνθρωπος! Μήπως ολίγοι καλλιτέχναι επέζησαν από το έργο τους; Ποιήματα όμως, ποιήματα αληθινά δεν υπήρξαν, παρά οσάκις ο ποιητής έφυγεν, ελέυθερος, από την πρόχειρη και μηχανικήν αντίληψη της ζωής -- ελεύθερος, κι ας γίνη ό,τι γίνη! Δόξα αληθινή δεν υπήρξε, παρά μόνο για τους απόντας -- δηλαδή μόνο για κείνους, που αφημένοι εντελώς είτε μέσα στους εσωτερικούς των σπαραγμούς, είτε μέσα στην εσωτερική των ικανοποίηση, την είχαν προσπεράσει, και την έβλεπαν αδιάφορα και μακρινά. -- Και μόνο η Ποίησις; Και μόνον η Δόξα; Αληθινά, κανένα στοιχείον από τον εσωτερικόν κόσμο, τον κόσμο της αναγκαίας τελειοποιήσεως, κανένα στοιχείο δεν ημπορούμε ν' αφήσωμε και για τους άλλους, παρά μόνο από τη στιγμή που εμείς οι ίδιοι το έχομε προσπεράσει.

Η ζωή του Καρυωτάκη έφερε τη μελαγχολία του. Η μελαγχολία του, την ταραγμένη φαντασία -- τη δίψα του αντι-λογικού, του φαουστικού. Η φαντασία έφερε τις Ελεγείες. Οι Ελεγείες έφερεαν τις Σάτιρες. Οι Σάτιρες την αυτοκτονία. -- Αλλιώς δεν μπορούσε να γίνει.

..............................

Αυτό λοιπόν είναι που τον κατατρώγει: η απουσία των ωραίων πραγμάτων, η απουσία των σπάνιων πραγμάτων, η απουσία των μεγάλων πραγμάτων, η απουσία -- έστω -- των τραγικών. Η μονοτονία κ' η πεζότης της ζωής. Μ' άλλους λόγους, είναι ρωμαντικός. Εφαντάσθηκε την αλήθεια, την ομορφιά, την καθαυτό πραγματικότητα -- έξω από τη ζωή. Πέρα από τη ζωή. Αφηρημένην.

................................

Αυτός ο διχασμός, αυτός ο δυϊσμός, αυτό το διαφορετικό, το αντίθετο περπωμένο του κορμιού-και της ψυχής, του πνεύματος-και του χώματος, αυτή η επίγνωση: είναι η δευτέρα όψις του ρωμαντισμού του Καρυωτάκη.

Ημπορούσε και να πλάση, όπως άλλοι ρωμαντικοί, τη ρωμαντική του ψευδαίσθηση. Με πόσα ονόματα δεν την ωνόμασαν όσοι με τη σειρά τους την έπλασαν! Εδέμ, Ελδοράδο, Ουτοπία, Μάγυα, Ελεφάντινος Πύργος! Ο Νίτσε, στο βιβλίο του Η Γέννηση της Τραγωδίας, την ονομάζει «Απολλώνιο Πνεύμα», «Διονυσιακό Πνεύμα», κι αυτά έσωσαν, λέγει, τους αρχαίους από την πεισιθανασία. -- Ημπορούσε κι ο Καρυωτάκης να δημιουργήση ψευδαίσθηση. Έγινε, αντιθέτως, ρεαλιστής.

Ημπορούσε να μείνη, όπως οι άλλοι ρωμαντικοί, μελαγχολικός. Η μελαγχολία δεν είναι, παρά ευγένεια. Η μελαγχολία είναι τεκμήριο ευαισθησίας, κ' η ευαισθησία δεν είναι πρόσφορη μόνο για τη λύπη, παρά εξ ίσου για τη χαρά, την τρυφερότητα, το θαυμασμό, την έκσταση, τη λατρεία! Η μελαγχολία είναι πιο πρόσφορη στην ευθυμία, από την καθαυτό ευθυμία, που καταντά άβαθη, ξώδερμη και μηχανική. -- Ημπορούσε να μείνη μελαγχολικός. Έγινε τραγικός.

Ημπορούσε να φιλοσοφήση, ημπορούσε «ν' αναχωρήση εις την Τέχνη». Ημπορούσε να ξέρη ότι, άνθρωπος ποτισμένος με το «φαρμάκι που το λέμε ωραίο» (όπως έγραψε κάπου ο Παπαντωνίου), προικισμένος με της φαντασίας τα υπερφυσικά δώρα, δεν έχει ν' απολαύση πια τίποτε κ' έξω από την φαντασία -- κ' ότι με την πραγματικότητα πρέπει να έρχεται μόνο σε συμβιβασμούς. -- Ημπορούσε να γίνη φιλόσοφος. Έγινε σατυρικός.

Αυτό το χάσμα, ανάμεσα στα χοϊκά και στα πνευματικά, ανάμεσα στην ομορφιά και στην ανάγκη, δεν το έκλεισε ποτέ, με τίποτε -- ως το τέλος. Μήτε το ένωσε· μήτε το γέμισε. Μήτε καν το ξέφυγε. Εστάθηκε ίσα-ίσα εκεί, εμπρός του, να το βλέπη και να το πιστοποιή, αδιάκοπα, με όλους τους τρόπους, με όλους τους τόνους, και να το φωνάζη και στους άλλους.

Ο ρωμαντισμός της φαντασίας -- που μισεί το ρεαλισμό της λογικής. Ο ρεαλισμός της λογικής -- που πνίγει τον ρωμαντισμό της φαντασίας.Ελευθερία και μίσος. Κίνδυνος, αλλά και πείσμα.

Ω, να μπορούσε έτσι κανείς να θάλλη,
μέγα ρόδο κάποιας ώρας χρυσής,
ή να βυθομετρούσατε και σεις
με μια φουρκέτα τάδειο σας κεφάλι!

Ιδού, μέσα σ' ένα τετράστιχο, σφιχτοδεμένες οι δυο του ψυχικές καταστάσεις, ανάγλυφες. Ό,τι απέναντι στα νέα κορίτσια, αισθάνεται να του λείπη ο ποιητής, είν' αυτή η θαυμάσια ασυνειδησία, η -- τρόπον τινά -- φυτική. Μα ό,τι κι απέναντι στον ποιητή, είν' ολοφάνερο πάλι πως λείπει απ' αυτά τα νέα κορίτσια, είναι η εσωτερικότης, η εμβάθυνση, η συνείδηση του είναι. Κι ο ποιητής μάς αφήνει στο δίλημμα: Ποιο να 'ναι το προτιμότερο; Το πρώτο ή το δεύτερο; Ο Καρυωτάκης ήθελε να είναι ωραίος· μα και τη σοφία του λυπάται να τη χωρισθή...

Ιδού και αλλού οι δυο του ψυχικές καταστάσεις:

Τι να σου πω φθινόπωρο...

Τι να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα
της πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ' ουρανού;
Ύμνοι, σύμβολα, ποιητικές, όλα γνωστά από πρώτα,
φυλλορροούν στην κόμη σου τα ψυχρά άνθη του νου.
Γίγας, αυτοκρατορικό φάσμα, καθώς προβαίνεις
στο δρόμο της πικρίας και της περισυλλογής,
αστέρια με τιο πρόσωπο, με της χρυσής σου χλαίνης
το κράσπεδο σαρώνοντας τα φύλλα καταγής,
είσαι ο άγγελος της φθοράς, ο κύριος του θανάτου,
ο ίσκιος που, σε μεγάλα βήματα· φανταστικά,
χτυπώντας αργά κάποτε στους ώμους τα φτερά του,
γράφει προς τους ορίζοντες ερωτηματικά...
Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες,
τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή.
Κι όπως πέφτουνε τα κλαδιά στο υγρό χώμα οι οπώρες,
ήρθα να εγκαταλειφθώ στην ιερή σου ορμή.

Ανδρείκελα
Και την κριτική τέτοιων ποιημάτων -- την κάνει τέλος αυτός ο ίδιος, με το τετράστιχο που επιγράφεται Κριτική:

Δεν είναι πια τραγούδι αυτό, δεν είναι αχός
ανθρώπινος. Ακούγεται να φτάνει
σαν τελευταία κραυγή, στα βάθη της νυχτός,
κάποιου πόχει πεθάνει.

Αλλ' επί τέλους! Ημπορεί να παρατείνεται επ' άπειρον τέτοια δυστυχία, τέτοια απελπισία;

«Mettons le doigt sur la plaie» -- «ας θέσωμεν τον δάκτυλον επί της πληγής», λέγει τέλος και ο Καρυωτάκης: κι οπλίζεται με θάρρος. Ας προχωρήσωμεν στη ρίζα του κακού! «Εις τον τύπον των ήλων!»

Και τώρα -- για όσους έφθασαν στο βυθό της πικρίας· για όσους ανάδωσαν τους παθητικώτερους τόνους που είχαν να αναδώσουν· ποιος τρόπος μένει, αν θέλουν να εξακολουθήσουν να υπάρχουν -- παρά η Σάτυρα;

Ποιο συναίσθημα περιμένει τον άνθρωπο, αν εξακολουθήση να ζη και δεν συντριβή, ύστερ' από την απογοήτευση την πλέον οριστική; -- Η Σάτυρα.

Και ποιο είναι το θέμα όπου θα στραφή ο ποιητής, αν εξακολουθήση να γράφη κ' ύστερα από τα σπαρακτικώτερα ελεγεία; -- Η Σάτυρα.

«Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη». Όλοι οι δρόμοι οδήγησαν τον Καρυωτάκη στη Σάτυρα.

Αν η μεγάλη δυστυχία της ζωής γίνεται τραγωδία, τι γίνεται η μικροδυστυχία η καθημερινή; τι άλλο από Σάτυρα;

Αν η μεγάλη έκσταση της ζωής γίνεται Ποίηση, τι γίνεται η μικροκαλοπέραση, η ψευτασφάλεια, η ταπεινή ικανοποίηση; Τι άλλο από Σάτυρα;

Αν από τα μοιραία πάθη πηγάζη Παλαμάς και Μαλακάσης, τι άλλο θα πηγάση από τα μικρά και τ' ανάξια, παρά Καβάφης και Καρυωτάκης;

Αυτές οι «έγνοιες μικρές και λύπες» -- το μοτίβο του Καρυωτάκη -- αυτές είναι η καθαυτό, η συγκεκριμένη ρίζα του κακού. Αυτές έγιναν κι ο οριστικός, ο τελευταίος, ο αντιπροσωπευτικώτερος ποιητικός του κύκλος. Ο αντιπροσωπευτικώτερος -- γιατί αν κάποτε το περιεχόμενο υπολείπεται από τον τόνο των ελεγειακών του ποιημάτων, οι «Σάτιρες» όμως είναι έργο εντελώς γεμάτο μέσα στις διαστάσεις του, εντελώς massif. Τα πράγματα. Αλλοτε λέγονται πια με τ' όνομά τους -- άλλοτε είν' αιτία, άλλοτε είν' αποτέλεσμα, ένα ένα... Κια ποια είναι λοιπόν;

Στη νεοελληνική φιλολογία ο ρεαλισμός δεν είναι πράγμα νέο. Κατέχει σχεδόν ολόκληρη τη σφαίρα της πεζογραφίας μας. Ολίγην όμως από τη σφαίρα της ποιήσεως. Αλλ' ο ρεαλισμός μας υπήρξεν, έως εδώ και λίγα χρόνια, ηθογραφικός. Δηλαδή γραφικός, ζωγραφικός, περιγραφικός, εξωτερικός, παρμένος από τη ζωή της επαρχίας, ή μάλλον του βουνού και του υπαίθρου ολοένα και περισσότερο ασύγχρονος, ακατανόητος για τη χωή της πολιτείας, κ' αδιάφορος.

Ο ρεαλισμός, ο αστικός ρεαλισμός του πραγματικού περιβάλλοντός μας, επρόβαλε καθαρός στην ποίηση, με το έργο του Καβάφη.

Με την ποίηση του Καρυωτάκη αυτός ο ρεαλισμός έγινε νεοαστικός.

Ποια είναι η πλατύτερη, η χαρακτηριστικώτερη, η συνηθέστερη πλευρά του νεοαστικού ρεαλισμού, το ξέρομε όλοι: είναι η ιεραρχία, η υπαλληλία, το γραφείο, η γραφειοκρατία.

Στην πρώτη περίοδο των Νεοελληνικών Γραμμάτων, την Επτανησιακή, ο άνθρωπος των γραμμάτων είναι ο ευγενής, ο ευπατρίδης. Στη δεύτερη περίοδο, την αθηναϊκη -- κλασική και ρωμαντική -- είν' ο λόγιος. Στην τρίτη, την προπολεμική, είν' ο δημοσιογράφος. Στην τετάρτη, την μεταπολεμική (η κατάπτωση συνεχίζεται) ο άνθρωπος των γραμμάτων είναι ο υπάλληλος.

Αυτήν την εποχή έζησε κι ο Καρυωτάκης. Κι αυτήν έγραψε. Ο ρεαλισμός του είναι ο γραφειοκρατικός. Έτσι ζουν άλλως τε κι αυτοί που τον διαβάζουν. Κι έτσι τους αντιπροσωπεύει.

Και πώς όχι -- όταν μιλή, χωρίς ποιητικές μεταφορές, απροκάλυπτα, για τη «μίσθια δουλειά» και τους σωρούς των χαρτιών, για το Γραφιά, που

διπλώνοντας το στήθος του γυρεύει αναπνοή
στη σκόνη των χαρτιών του

και για τους δημοσίους υπαλλήλους -- με την ίδια τους τυπική φρασεολογία από την επίσημη αλληλογραφία των εγγράφων; («Δημόσιοι Υπάλληλοι»).

Από άλλον πάλι κύκλον ποιημάτων του Καρυωτάκη, τα φιλολογικά του αντιπροσωπεύεται ο φιλολογικός ρεαλισμός.

Στις Ελεγείες απαντήσαμε τον μεταφυσικό και τον μουσόληπτο. Στις Σάτυρες, το νεοαστικό κατάντημά του, τη συγκεκριμένη του μορφή: τον γραφιά -- Παρόμοια, στις Ελεγείες απαντούμε τον ποιητή: στις Σάτιρες, το λόγιο -- το νέο λόγιο της σημερινής εποχής. Ο Καβάφης που, και στην ποίηση και στην πεζογραφία μας, άνοιξεν ένα πλήθος πρωτοτυπίες, είχε δώσει κι εδώ το σύνθημα. Είχε προηγηθή. Είχε πλάσει πρώτος τον τύπο του λογίου -- στους κύκλους της Αλεξανδρινής εποχής και των πρώτων χρόνων του χριστιανισμού. Είχεν ανοίξει λοιπόν τον δρόμο. Ο Καρυωτάκης όμως έγινε σύγχρονος. και τούτο στάθηκε βέβαια έν' από τα πιο σημαντικά του θέλγητρα, από τα στοιχεία του τα πιο αντιπροσωπευτικά. Έγραψε τα πρώτα ποιήματα μέσα από τη ζωή και την παράδοση των νεοελληνικών γραμμάτων, αυτήν που τη ζούμε κι εγώ και συ και ο διπλανός μας -- και που ποτέ δεν την είχε εκφράσει ακόμη κανείς. Ακούσατε ήδη το Μαλακάση. Αν εδιαβάζαμε κι άλλες Σάτυρες, θ' ακούγαμε κι ένα σωρό άλλους: να, ο Σπυρίδων Βασιλειάδης, ο Μαρτζώκης, η Ελένη Λαμάρη, πεθαμένοι ποιηταί, ο Ρώμος Φιλύρας, η Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου, οι σύγχρονοι -- τέλος ο εκδότης Γ.Βασιλείου, που το κατάστημά του, μαζί με το καφενείο του Μαύρου Γάτου και ταγραφεία του Νουμά στάθηκε, για χρόνια, φιλολογικό εντευκτήριο· κι όχι μόνο εντευκτήριο, παρά η εστία του νεανικού βιβλίου, η μικρογραφία της Βιβλιοθήκης του Φέξη -- με βιβλία όμως μόνο φιλολογικά -- τέλος ο δρόμος για τη δόξα. Η Δελφική Εορτή, η Σταδιοδρομία, το Όλοι μαζί, είν' επίσης από τα καλύτερα δείγματα του φιλολογικού ρεαλισμού του Καρυωτάκη. Αν η Τέχνη είναι μίμηση -- όπως λέγει ο Αριστοτέλης -- τότε αυτές οι Σάτυρες είναι τέχνη αριστουργηματική. Η περιγραφή του τόπου, η ψυχολογία των ανθρώπων, οι φράσεις του κύκλου τους, οι φιλοφοξίες τους, τα ενδιαφέροντά τους, οι συνήθειες... Μικρό πράμα τάχα είναι για την τέχνη -- «για την τέχνη μας» όπως θαλεγε πάλι ο Καβάφης -- όλ' αυτά τ' απαραίτητα -- τ' αληθινά και τα πρωτότυπα, τα τολμηρά και τα πρωτοειπωμένα, τ' αντιποιητικά κι όμως ειπωμένα ποιητικά;  

Όλοι Μαζί
Καιρός είναι να θυμηθούμε εδώ και τον Λαφόργκ. «Il a transpose notre Laforgue» είπε, αληθινά, για τον Καρυωτάκη, κάποιος Γάλλος φίλος μας. Πραγματικώς, ο Καρυωτάκης εμετατόπισε τον Λαφόργκ στην Ελλάδα· τον εμετατόπισε σ' ό,τι κινητό και γενικό και καθολικό ημπορούσε να έχη ο ολογόζωος Γάλλος ποιητής με την κλαυσίγελη φαντασία, σ' ό,τι που να μην είναι αδιάσπαστα συνενωμένο με τον γαλλικό πολιτισμό -- τον «υπερπολιτισμό» καλύτερα -- και με την γαλλική litterature.

Αν σ' όλα αυτά προσθέσωμε και την αρρώστεια, αυτήν που μισο-περιγράφει, μισο-υπονοεί σε μιαν άλλη του σάτυρα, έχομε ήδη εύρει, με τ' όνομά τους, όλες τις «έγνοιες μικρές και λύπες» που τυραννούν τον ποιητή, κι όλον τον κόσμο των ανθρώπων που αντιπροσωπεύει.

Ναι. Κι όταν το αισθάνεται οριστικώς ότι το πεπρωμένο του είναι αυτό, ότι ανωφελής κι ανάξιος είν' όλος αυτός ο κόσμος που τον περιτριγυρίζει, α! τότε γίνεται ο μισάνθρωπος...

Υποθήκαι
Αχ αυτοί οι άνθρωποι που όταν «θέλουν το κακό, του δίνουν όψη ν' αρέσει», κι όταν «διαφιλονικούν τη σάρκα σου και το αίμα» τότε «του δίνουν λόγια χρυσά, που νικούν με την πειθώ, με το ψέμα»!

Κ' οι γυναίκες; Αχ αυτοί οι άνθρωποι με «το φρικτό γέλιο» που όλο

...φεύγουν, ή όταν πλησιάζουν,
στέκουν για λίγο πάνω μας, ακούνε
στην έρημη βοή, μάταιη και κούφια
.................................
Κυττάζουνε με φόβο με απορία,
έπειτα φεύγουν πάλι στους αγώνες...

[«Ποια θέληση θεού»]
και που όμως δεν ακούνε μήτε κι όταν ανοίξης, μεσάνυχτα, το παράθυρο σου και κραυγάσεις μέσα στο κενό «Δυστυχία!».

Και μόνο «όταν θέλουν να πονείς» μόνον αυτό το «μπορούνε με χίλιους τρόπους».

πηγή http://karyotakis.awardspace.com/

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

Αλκιβιάδης Μαλλίδης - Ο Ηδονιστής

Ο Αλκιβιάδης Μαλλίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Σπούδασε κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Επί 25 χρόνια εργάζεται ως δημοσιογράφος στη δημόσια τηλεόραση στους τομείς του αμυντικού και του πολιτικού ρεπορτάζ.
Έχει θητεύσει ως αρχισυντάκτης σε τηλεοπτικές εκπομπές και έχει συμμετάσχει σε δεκάδες  δημοσιογραφικές αποστολές στην Ευρώπη, την Αμερική, την Ασία και τη Βόρεια Αφρική.


Ο Ηδονιστής είναι η τελευταία του ποιητική συλλογή, που εκδόθηκε από της εκδόσεις Γαβριηλίδη



«Ο πόνος είναι το διεγερτικό μου,
το παυσίπονο ενός μεγαλύτερου πόνου» 


Παίρνεις τον έλεγχο μέσα στη λάμψη της νύχτας

Παίρνεις τον έλεγχο μέσα στη λάμψη της νύχτας
άγνωστο από ποια δύναμη καθοδηγημένη
κι ενώ έκθαμβος περιμένω να με τιμωρήσεις
για ένα παράπτωμα υποθετικό
απροσδόκητα φυσάς έναν ψίθυρο γλυκό
και τα πόδια μισανοίγεις
σαν τις βαριές πύλες μιας μυστικής αυτοκρατορίας
να ημερώσω τη λέαινα που σε έχει κατακυριέψει
να μεταλάβω τον ιερό πυρετό

Θα ξεθυμάνει ο άγριος πόθος σου
μέσα στον τρανότερο αναστεναγμό θα αποτραβηχτεί
στην πιο σκοτεινή άμπτωτη της πλάσης
κι εγώ στον κόρφο σου τον ουράνιο θα κοιμηθώ
σαν δούλος τρισευτυχισμένος








Ακούστε με άγγελοι

Ακούστε με άγγελοι
Έχω έναν άγγελο ξαπλωμένο στο κρεβάτι
τεντώνεται ατελώς με ηδυπάθεια
σα να ευχαριστιέται ακόμη κάποιο όνειρο
που τελειώνει
Ακουμπά τρυφερά το προσκεφάλι μου
και το χαιδεύει σα να του λείπω
Ανοίγει τα λαμπερά μάτια προς το παράθυρο
με μια έκφραση αινιγματική
και ευθύς τα ξανακλείνει σα να μετάνιωσε
που ξυπνάει από την απύθμενη αρμονία του ύπνου

Ακούστε με άγγελοι
Κοιμίστε τον άγγελό μου κάτω από τα φτερά σας
μην τον τρομάξει κάποιο προμήνυμα κακό
και καλύψτε την απάρθενη γύμνια του
μέχρι το λαίμαργο αίμα του πάλι να ανάψει


 



Υποτροπιάζουμε στην ηδονή

Υποτροπιάζουμε στην ηδονή
για να αποδράσουμε από την επικράτεια της ανίας
ξυπόλητοι μπαίνουμε στον ευωδιαστό κήπο
των ολόδροσων καρπών
όπου η ψυχή μας αναθαρρεύει
λησμονεί τα εμπόδια του πόνου
Θα είμαστε πάντοτε αιχμάλωτοι της ομορφιάς
ακόμη και όταν η ομορφιά θα έχει σβήσει
και θα ζούμε απόθητοι στον άσχημο κόσμο

Είτε στο κρεβάτι ενός φτηνού ξενοδοχείου
είτε μέσα στο δάσος το πυκνό
είτε σε φέρετρο παριστάνοντας τους πεθαμένους
θα αναγυρεύουμε το μελαγχολικό φρούτο
της ζωώδους απόλαυσης,
το προπατορικό αμάρτημα,
την ιερόσυλη έκσταση των εραστών







Υπηρέτησέ με

Υπηρέτησέ με, υποδαυλίζοντας με ηδονή την καρδιά μου
ξέστηθη ομορφιά, τρισένδοξη εικόνα
που ξαναβρίσκω τον κόσμο

Απόψε τήκεται η εκμηδένιση, η εκμηδένισή μου
κατά την πιο ένθερμη ενότητα των όντων,
το θέλω να μη διαφύγω

Άγια με τη ζαρτιέρα
δώσε μου να πιω από το κάθυγρο κύπελλο
τον πιο χυδαίο, τον πιο κτηνώδη κορεσμό





για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε την ιστοσελίδα του ποιητή http://www.alkiviadismallidis.com/ 



Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Giuseppe Ungaretti - Τι είναι ποίηση

"Η ποίηση δεν ορίζεται και εμφανίζεται στο λόγο μας ως ό,τι μας είναι πιο αγαπητό, ότι περισσότερο μας αναστατώσε και συντάραξε τα αισθήματά μας και τις σκέψεις μας, ότι βαθύτερα ανήκει στην ίδια την αιτία της ύπαρξης μας, ή φανερώνεται στην πιο ανθρώπινη δύναμη και η οποία δεν αποτελεί ούτε κατάκτηση / παράδοση, ούτε μελέτη, μολονότι τρέφεται αδιάκοπα και από τη μία και από την άλλη.
Η ποίηση είναι λοιπόν ένα δώρο, ο καρπός μιας ευνοϊκής στιγμής για την έλευση της οποίας είναι απαραίτητη μια υπομονετική και απεγνωσμενη αναζήτηση.
Κάθε αληθινή ποίηση επιλύει θαυμάσια την αντίφαση της να είναι ξεχωριστή, μοναδική και συνάμα ανώνυμη, παγκόσμια". (μετάφραση Κωνσταντίνος Κοκολογιάννης)

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Ιωάννης Ζουμπιάδης - Νέοι Ποιητές

Ο Ιωάννης Ζουμπιάδης κατάγεται από την Αλεξανδρούπολη. Έχει ρίζες (και) από την Κομοτηνή. Έχει σπουδάσει Διοίκηση Επιχειρήσεων και Προσωποκεντρική Συμβουλευτική (Προσωποκεντρική Συμβουλευτική του Carl Rogers). Έχοντας γίνει δεκτός στο Ευρωπαϊκό πρόγραμμα Erasmus φοίτησε για ένα εξάμηνο στο Βέλγιο στην  Αμβέρσα.

Υπήρξε για ένα διάστημα μουσικός παραγωγός σε ραδιόφωνο της Κομοτηνής. Από παιδί του άρεσε οτιδήποτε είχε σχέση με την έκφραση και με την τέχνη γενικότερα. Για ενάμιση χρόνο συμμετείχε σε τμήμα ζωγραφικής και χορωδίας. Από το δημοτικό ακόμα είχε επαφή με τους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς.

Επιπροσθέτως, όπως ο ίδιος βεβαιώνει θυμάται ακόμα από τα 4 του έτη να ακούει μουσική. Οπότε η μουσική όπως και οι παραδοσιακοί χοροί αποτελούν αδιαμφισβήτητα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του. Όμως, και η αγάπη του για την συγγραφή δεν άργησε να φανεί.



Κάποια ποιήματα από το βιβλίο «Ψυχής δρόμος» - Εκδόσεις Φυλάτος:

Ζωή χαμένη

Βραδιές με αίσθηση ματαιότητας.
Μέρες με αίσθηση ανεκπλήρωτου.
Η αναποφασιστικότητα με κράτησε σαν σκοινί δεμένο στην πολυθρόνα.
Δίπλα στο τραπέζι οι μνήμες γραμμένες σε ένα παλιό λεύκωμα.
Ελάχιστη θέληση για διάβασμα.

Το φως της λάμπας μαύρο είναι θαρρώ.
Μαύρη ζωή.
Μαύρη και αραχνιασμένη.
Κυνηγούσα το άπιαστο.
Σκόπευα στο φανταστικό.
Δεν ήθελα το αληθινό.
Μου φαινόταν λίγο.

Περπατούσα σε πολλά μονοπάτια.
Με έτρωγε το σαράκι.
Ευκαιριακή χαρά.
Η απώλεια εμπιστοσύνης με έκλεισε σε καβούκι.
Κουρασμένη ηθική ικανοποίηση.
Οι γνώμες των άλλων σαν καρφιά μπιγμένα στην σάρκα.
Αποφάσεις επηρεασμένες από τους άλλους.
Κρίση καταρρακωμένη.
Ζωή χαμένη.

Και έχω να με ρωτούν πως είναι η ζωή μου.
Πόση ψευτιά στον κόσμο τούτο;
Όρεξη για χαμόγελο εξαφανισμένη.
Θέληση για ζωή χαμένη.
Μα και η ίδια η ζωή χαμένη.


Το γήρας

Ψυχή κουρασμένη.
Σώμα κατεστραμμένο.
Φωνή βραχνή.
Περπάτημα αργό.

Θέληση ανύπαρκτη.
Κίνηση περιορισμένη.
Καθημερινά εμπόδια.
Συνεχόμενα ψυχής διόδια.

Βαριά ανάσα.
Συναισθήματα χαλασμένα.
Αισθήματα πεταμένα.
Όνειρα κοκαλωμένα.

Συχνή αξονική τομογραφία.
Παγιδευμένη λεξικογραφία.
Περιορισμένη πεζοπορία.
Στάσιμη νοοτροπία.

Αναπτυγμένη πόνου ποικιλομορφία.
Ξεσηκωμένη νοσταλγία.
Κλειδωμένη γοητεία.
Ανάγκη για νηστεία.

Και η ζωή τραβά την ανηφόρα.
Για μια ακόμη ώρα.
Χαλασμένη σε σακούλα οπώρα.
Μία αισθητή κατηφόρα.

Η φρεσκάδα απουσιάζει.
Η επιθυμία για ζωή οργιάζει.
Η φιλική απουσία κομματιάζει.
Και η εκπομπή «Για καλή ζωή» συναρπάζει.

Ψυχή μου εσύ,
Καρδιά μου εσύ,
Της παρελθοντικής ένδοξης ζωής μου.
Σώμα μου εσύ,
Μυαλό μου εσύ,
Της παρελθοντικής θαρραλέας πνοής μου.

Μαύρα πουλιά στον ουρανό,
Πετούν με ιδιαίτερο, πένθιμο ρυθμό.
Πετούν και νιώθω τον πόνο,
στα δικά μου τα φτερά.

Χαλασμός.
Πορείας μαρασμός.
Ονείρων ξεπεσμός.
Κορμιού εξευτελισμός.

Το άσπρο δεσπόζει.
Δεν είναι χιόνι.
Δεν είναι της θάλασσας αφρός.
Ούτε άσπρος μίσχος.
Ακόμη και η αγάπη μεγάλωσε.
Σε πατερίτσα και αυτή στηρίζεται.
Τα χρόνια, βλέπεις, είναι πολλά.
Πολλά.

Αδυναμία χαμόγελου.
Γέλιο; Το αδύνατο.
Πικρό στόμα.
Πονεμένο βλέμμα.

Πιεσόμετρο; Φίλος καλός.
Κρεβάτι; Τι υπέροχη επιθυμία.
Κόκκαλα και υγρασία σημειώσατε Χ.
Αχ, το γήρας.


Και μετά τι;

Και μετά τι;
Καθώς θα φεύγεις τι;
Η πανσέληνος θα συνεχίζει να μένει μισή.
Η παραμικρή απουσία θα μοιάζει μισητή.
Θα μοιάζει σαν ψεύτικο μασκέ πάρτι με κομφετί.

Και μετά τι;
Καθώς η συννεφιά θα μοιάζει με κατακλυσμό.
Καθώς η χαρά θα δέχεται τον αποκλεισμό.
Και οι οφθαλμοί θα βλέπουν τον μαύρο αποχαιρετισμό.
Η γη θα σείεται από του έρωτα τον απαγχονισμό.

Και μετά τι;
Καθώς το αντίο θα μοιάζει πληγή.
Απειλή.
Από τις σκιές στον τοίχο θα γεννιούνται εκφοβισμοί.
Στο κάτοπτρο εμπρός μου θα εμφανίζονται σάρκας μαρασμοί.
Καθώς το γλυκοχάραμα θα μοιάζει πικρό χάραμα.
Και μετά τι;


Των ματιών σου το μπλε

Των ματιών σου το μπλε μου δώρισε την υγρή σου αλήθεια.
Μου χάρισε την αθανασία.
Μου έδειξε την Εδέμ.

Αχ, αυτό το μπλε.
Χάνομαι σε αυτό το δικό σου το μπλε.
Ξεχνιέμαι.
Κολυμπώ στις πιο βαθιές θάλασσες, καλή μου.

Κοιτώ μέσα στα μάτια σου και βλέπω εσένα νεράιδα του νερού.
Όλα πάνω σου είναι μαγικά. Ειδάλλως δεν εξηγείται.
Δέρμα αψεγάδιαστο.
Παρουσία αέρινη. Μαγική.

Ω θεέ μου.
Πες μου πως δεν είναι ψευδολόγημα.
Πες μου πως δεν κοιμάμαι.
Πες μου πως θα ξυπνήσω αύριο και θα δω το ίδιο πρόσωπο.

Να κολυμπώ στις θάλασσές σου καλλονή μου.
Να υπάρχω, να βλέπω, να ακούω, να γεύομαι.
Να σε αισθάνομαι σε κάθε μου κύτταρο.

Αυτά τα μάτια δεν υπάρχουν.
Είναι σαν μπλε διαμάντια.
Βαρύτιμα.

Να ζω την έλξη, τον έρωτα, τη μαγεία σου.
Να βιώνω τόσα αξιοσημείωτα!
Λες και με στραγγαλίζει.
Σαν να μου παίρνει τη ζωή.
Και ταυτόχρονα να μου την χαρίζει.

Των ματιών σου το μπλε.
Την γαλήνη εκπέμπει.
Την ηρεμία διαχέει.
Με θέλγει.

Αυτό το θείο μπλε δώρο σου.
Με ταξιδεύει σε μέρη ασύγκριτα.
Και μου θυμίζει!
Ατλαντίδα.
Σειρήνες.
Τα ύδατα της Στυγός.


Άπιαστη η ζωή

Άπιαστη η ζωή.
Και αν την πιάσεις δεν μπορείς να την κρατήσεις.
Μόνο για λίγο.
Είναι σαν τα καλοκαίρια.
Έρχεται με ζέστη και μετά φεύγει.
Είσαι σαν το φθινόπωρο.
Έρχεται με βροχές και μετά πάλι φεύγει.
Έρχεται και φεύγει.
Σαν αέρας μοιάζει.
Σου ακουμπά το μάγουλο και φεύγει.
Φεύγει!
Όπως οι δυνατοί και παθιασμένοι έρωτες.


Ποιητικές συλλογές – βιβλία του Ιωάννης Ζουμπιάδης:

«Ψυχής δρόμος» (2015), Εκδόσεις Φυλάτος – Θεσσαλονίκη.
Αναμένονται 2 ακόμα βιβλία του (ποιητική συλλογή και νουβέλα) – είναι υπό έκδοση. 

Διακρίσεις/υποτροφίες:

Υποτροφία:
2011: Εξάμηνη υποτροφία (επιχορήγηση), Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα «ERASMUS»: Βέλγιο, Αμβέρσα - πανεπιστήμιο Karel de Grote Hogeschool, Antwerpen.
Διάκριση:
Το βιβλίο «Ψυχής δρόμος» κατατάχθηκε στα Βιβλία της Χρονιάς 2015 από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων Ελλάδας (ΕΠΟΚ) – Αθήνα: Α’ Βραβείο (Η απονομή έγινε στην αίθουσα εκδηλώσεων και επίσημων τελετών της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2016)
Το βιβλίο «Ψυχής δρόμος» μπήκε στις κατατάξεις/rankings του Amazon της Γερμανίας
Πολιτιστικός και Χορευτικός Σύλλογος Θρακών Κομοτηνής: Σε χορευτική – παραδοσιακή παράσταση στην Ρουμανία απέσπασε το βραβείο εμφάνισης και χορού.

Συλλογικά έργα, αρθογραφία, λογοτεχνικά περιοδικά:

Συμμετοχή σε ομαδική ποιητική συλλογή από τις εκδόσεις Διάνυσμα με το ποίημα «Περαστικοί»
Συμμετοχή σε ομαδική ποιητική συλλογή της Αμφικτιονίας Ελληνισμού με το βραβευμένο ποίημα «Καρδιές φωτοβολίδες» (~υπό έκδοση)
Συμμετοχή σε ομαδική ποιητική συλλογή με ένα ποίημα Χαϊκού που απέσπασε θετικές κριτικές στα πλαίσια του Διαγωνισμού Ποίησης Χαϊκού από το Πνευματικοί Ορίζοντες – Εφαλτήριο λόγου και τέχνης (~υπό έκδοση). (Πληροφοριακά, το Χαϊκού είναι μία ιαπωνική ποιητική φόρμα. Είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο) 

Βραβεύσεις-έπαινοι:

Έκδοση ποιητικής συλλογής από τις εκδόσεις Φυλάτος με τίτλο «Ψυχής δρόμος»
15ος λογοτεχνικός διαγωνισμός – Κερατσίνι (Αθήνα): Στην 19η θέση (ανάμεσα σε 250 άτομα) με τα ποιήματα «Τέλμα» και «Είμαι στιγμή εγώ»
4ος πανελλήνιος ποιητικός διαγωνισμός «Καισάριος Δαπόντες» - Δήμος Σκοπέλου: Έπαινος  για το ποίημα «Να με αγαπάς»
Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών (Αθήνα): Έπαινος για το ποίημα «Όλοι πονάμε»
Το ποίημά του «Τρένο και απόσταση» εγκρίθηκε και δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό site «Τοβιβλίο.net» στα πλαίσια του διαγωνισμού «Τρενογραφίες»   
«Βραυρώνια» - Σπάτα- 5ος λογοτεχνικός διαγωνισμός ποίησης: Αναμνηστικό δίπλωμα για το ποίημα «Στα αστέρια»
Συμμετοχή στο «Καλλιτεχνικό Ημερολόγιο 2016» - στο λογοτεχνικό site «Τοβιβλίο.net» με το ποίημα «Αν δεν ήσουν στον κόσμο μου»
Δ’ Παγκόσμιος Ποιητικός Διαγωνισμός Αμφικτιονίας Ελληνισμού – Θεσσαλονίκη: Βραβείο Μαρώνειας για το ποίημα «Καρδιές φωτοβολίδες»
6ος Παγκόσμιος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός - Ελληνικός Πολιτιστικός Όμιλος Κυπρίων Ελλάδας (ΕΠΟΚ) – Αθήνα: Β’ Βραβείο για τα ποιήματα «Ελεύθερος πια» και «Το κλειδί της Λευτεριάς»
4ος Διεθνής Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Ομίλου Unesco Τεχνών, Λόγου και Επιστημών Ελλάδας (Η βράβευση έγινε στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο) – Αθήνα: Α’ Βραβείο Ποίησης για το ποίημα «Φτιάξε τον κόσμο» 
Το βιβλίο «Ψυχής δρόμος» κατατάχθηκε στα Βιβλία της Χρονιάς 2015 από τον Ελληνικό Πολιτιστικό Όμιλο Κυπρίων Ελλάδας (ΕΠΟΚ) – Αθήνα (Α’ βραβείο)
Ωδείο Φουντούλη – Βόλος: 10ος Διαγωνισμός Ποίησης: Β’ βραβείο ποίησης για το ποίημα «Καρδιές φωτοβολίδες» και Γ’ βραβείο για τα ποιήματα «Αμαρτία» και «Αυτή τη νύχτα»
Τιμητικός έπαινος ως ένδειξη αναγνώρισης για τη συμμετοχή του στην παραδοσιακή εκδήλωση στα Πετρωτά Τριγώνου Έβρου (2012)
Δίπλωμα συμμετοχής για τη συμμετοχή του στο Φεστιβάλ Παραδοσιακών Χορών Αγίας Μαρίνας Θρυλορίου (2009)

Διατηρεί τις διαδικτυακές σελίδες:


Έχει πραγματοποιηθεί δωρεά αντιτύπου της ποιητικής συλλογής «Ψυχής δρόμος» σε Ιδρύματα (όπως Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη κτλ) και Δημοτικές Βιβλιοθήκες  διάφορων περιοχών σε Ελλάδα, Κύπρο, Τουρκία και Ιταλία. 
Επιπλέον, κάποια ποιήματα, (και άρθρο για την συναισθηματική νοημοσύνη) έχουν δημοσιευτεί σε sites και blogs. 
Είναι μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδας. 
Τιμής ένεκεν από τον Πολιτιστικό και Επιμορφωτικό Σύλλογο Άνθειας & Αριστείνου «Σπάρτακος» - Άνθεια Αλεξανδρούπολης για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (2006 -2007).

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Αριστομένης Λαγουβάρδος - Πιστεύω πως είναι αξία

Ο Αριστομένης Λαγουβάρδος γεννήθηκε στην Έμπαρο Ηρακλείου Κρήτης. Διπλωματούχος ΜΗΧ/ ΓΟΣ   ΜΗΧ/ΚΟΣ  του Πολυτεχνείου Νεαπόλεως Ιταλίας.
Ζεί στο Ηράκλειο Κρήτης.
                         ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ (ποίηση)
1) Το τέλος της αθωότητας (Τυποκρέτα Καζανάκης                                                  Ηράκλειο)
2) Καθώς κυλά το ρόδινο ποτάμι.(Τυποκρέτα Καζανάκης                                                  Ηράκλειο)
3) Στα απόκρυφα τοπία της μοναξιάς  ( υπό έκδοση ) 









Πιστεύω  πως  είναι  αξία


Πιστεύω  πώς  είναι  αξία  η  ζωή,
το  νερό,  το  τριαντάφυλλο  το  μυρμήγκι.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  να  προστατεύω  το  περιβάλλον,
σε  πείσμα  όσων  πιστεύουν  πώς  ένας  κούκος
δε  φέρνει  την  άνοιξη,
να  χαμογελώ  με  το  γέλιο  ενός  παιδιού,
που  θυμίζει  ότι  υπάρχει  ακόμα  ελπίδα.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  να  κοιτάζω  τη  βροχή 
μέσα  από  το  τζάμι  ακούγοντας τα  ΄΄Πέτρινα  χρόνια΄΄, 
το  ΄΄Va  pensiero΄΄,  το  ΄΄je  ne  regret  rien΄΄
ή  το  ΄΄Μy  wαy΄΄.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  αυτό  που  περιμένω,  γιατί  ακόμα
μου  λείπει  αυτό  που  αναζητώ,  και  συνεχίζω
να  το  σκέφτομαι.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  τα  μάτια  ενός  μωρού  που
παρατηρούν,  καθώς  η  αναπνοή  του  χαλαρώνει
πρίν  να  αφεθεί  στον  ύπνο. 

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  η  δύναμη  ενός  ατόμου 
με  ειδικές  ανάγκες,  που  στην  ερώτηση  ΄΄είσαι  κουρασμένος΄΄,
απαντά  ΄΄όχι΄΄,ενώ  την  προηγούμενη  μέρα  ευχαριστούσε  το  Θεό
για  την  πρόοδο  που  είχε.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  η  πορεία,  όταν  ελαφραίνει
το  σώμα,  χαλαρώνει  τους  χτύπους  η  καρδιά, 
και  το  μυαλό  προχωρά  ανανεώνοντας  τις  δυνάμεις.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  ο  ασπασμός  σ΄ένα  αδύναμο,
τα  δάκρυα    και  η  απλότητα  του  ανθρώπου,
η  αθωότητα  του  παιδιού.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  τα  τρυπημένα  παπούτσια  μου,
κατά  την  πορεία  σε  τόπους  δύσκολους  και  ωραίους.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  ο  αυτοέλεγχος  και  η  ευχαρίστηση
για  κάθε  στιγμή  της  ζωής,  το  θάρρος  για
να  ξεπερνώ  κάθε   δυσκολία,  το  να  δέχομαι
κάτι  που  δεν  μπορώ  να  αλλάξω.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  η  αμφιβολία,  η  επιθυμία  για  μάθηση,
η  περιέργεια,  το  ρίσκο,  το  πάθος.

Είναι  κι  άλλες  αξίες,  μα  πιο  πολύ  αυτές  με  σημάδεψαν. 


         
    Αριστομένης  Λαγουβάρδος
   από  την  ποιητική  συλλογή
  << Στα  απόκρυφα  τοπία  της  μοναξιάς >>     

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Μια γυναίκα, του Τάσου Λειβαδίτη

Μια γυναίκα


Ένα πλατύ, δροσερό χαμόγελο έτρεχε πάνω στο γυμνό κορμί σου
σαν ένα κλωνάρι πασχαλιάς, πρωί, την άνοιξη
έσταζες ολόκληρη από ηδονή, οι ερωτικές κραυγές μας
τινάζονταν μέσα στον ουρανό σα μεγάλα γιοφύρια
απ' όπου θα περνούσαν οι αιώνες - ά, για να γεννηθείς εσύ,
κι εγώ για να σε συναντήσω
γι' αυτό έγινε ο κόσμος. Κι η αγάπη μας ήταν η απέραντη
σκάλα που ανέβαινα
πάνω απ' το χρόνο και το Θεό και την αιωνιότητα
ως τ' ασύγκριτα, θνητά σου χείλη.

2.
"Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ" έλεγα. Εσύ έβαζες βιαστικά το φόρεμά σου: "Έχει ψύχρα απόψε".
Τα μάτια σου καρφώνονταν πάνω στην πόρτα
μ' εκείνο το ακαθόριστο βλέμμα
που έχουν οι αιχμάλωτοι και τα κλειδωμένα παιδιά.
Κι έκλαιγα και σε φιλούσα παράφορα και σ' αγκάλιαζα με απεγνωσμένα χέρια
μα ήταν σα να 'ξυνα με τα νύχια μου το αδιάφορο χώμα ενός τάφου
που είχαν θάψει κιόλας ολόκληρη τη ζωή μου.

3.
Τώρα βαδίζω άσκοπα στους δρόμους, κοιτάζω τις βιτρίνες
προσπαθώ να συλλαβίσω ανάποδα τις επιγραφές των μαγαζιών
αγοράζω κάστανα, και βρίζομαι με τους αστυφύλακες της τροχαίας
που μου παρατηρούν αδιάκοπα πως σταματάω την κυκλοφορία

Και κάθε τόσο: έφυγε, σκέφτομαι. Μα να που μπορώ και ζω!
όπως μεγαλώνουν για λίγο ακόμα τα γένια και τα νύχια των νεκρών.

4.
Πέρασαν μήνες. Κι είναι στιγμές που ξεχνάω ακόμα και το πρόσωπό της,
πασχίζω να θυμηθώ - τίποτα. Μονάχα αυτό το βάρος στην καρδιά, που είναι κάτι περισσότερο
κι απ' την ίδια την ανάμνησή της. Που είναι, αυτή, ολόκληρη, μέσα μου.

Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρό έξω απ' την πόρτα σου
εσύ θα ξέρεις
πως πέθανε σφαγμένος απ' τα μαχαίρια των φιλιών
που ονειρευότανε για σένα.


Η ποίηση του πολυαγαπημένου Τάσου Λειβαδίτη έχει αφήσει το στίγμα της στα ελληνικά -και όχι μόνο- εδάφη ως μια κατεξοχήν ερωτική ποίηση. Ο ίδιος όντας ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές της εποχής του (1922-1988) έχει βραβευτεί ουκ ολίγες φορές για τα έργα του ενώ ακόμη και τη σημερινή εποχή οι στίχοι του στολίζουν κάθε γωνιά του διαδικτύου, από ηλεκτρονικά, λογοτεχνικά περιοδικά μέχρι προσωπικές αναρτήσεις σε μορφή φωτογραφιών στο Facebook.

Το συγκεκριμένο ποίημα με τίτλο «Μια γυναίκα» είναι ένα έργο που από μεριάς περιεχομένου είναι απλό και εξαιρετικά ευθύ ενώ όσον αφορά την δομή του παρουσιάζει μια μεγαλύτερη πολυπλοκότητα.

Αρχικά είναι διακριτές τέσσερεις θεματικές ενότητες, οι οποίες μάλιστα αριθμούνται από τον ίδιο τον Λειβαδίτη. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε γι’ αυτόν χαρακτηρίζοντας τον ως διαχωρισμό σε τέσσερα χρονικά επίπεδα (αντίστοιχα με την αρίθμηση των στροφών): το μακρινό παρελθόν, το εγγύτερο παρελθόν, το παρόν του αφηγητή και το (πιθανό) μέλλον του.

Ο αφηγητής εξιστορεί χρησιμοποιώντας α’ και β’ πρόσωπο (απευθυνόμενος σε ένα «Εσύ»), είναι άμεσος και απόλυτα συναισθηματικός, εκφράζει δε αυτά που θέλει να πει με έναν πολύ απλό τρόπο που όμως τείνει να γίνεται όλο και πιο σύνθετος, όσο εξελίσσεται το έργο. Σε καμία περίπτωση το περιεχόμενο δεν γίνεται κουραστικό γιατί ο ρυθμός και οι εικόνες του ποιήματος δεν το επιτρέπουν. Το θέμα του, είναι η αναπόληση των πιο ωραίων και ιδιαίτερων στιγμών ενός ζευγαριού που στο τέλος καταλήγει να ζει χωριστά. Η ουσία του γίνεται κατανοητή από πολλές οπτικές γωνίες και αφορά πολλές από τις φράσεις που χρησιμοποιούμε σήμερα για να χαρακτηρίσουμε την ευτυχία και τον έρωτα.

Εξ’ αρχής καταλαβαίνουμε πως το ποίημα μιλά για έναν μεγάλο έρωτα, ο οποίος εκφράζεται από έναν άντρα υπό την μορφή ερωτικής εξομολόγησης που όμως έχει την βάση της στο παρελθόν των δύο ανθρώπων, πράγμα που δηλώνει πως ο έρωτας αυτός δεν ήταν ούτε πλατωνικός αλλά ούτε και ανεκπλήρωτος.

Στο πρώτο απόσπασμα, που όπως προαναφέρθηκε αναφέρεται στο μακρινό παρελθόν του αφηγητή, αυτός περιγράφει με ολοζώντανο και μοναδικά μουσικό τρόπο τα συναισθήματα που ένιωσε για την αγαπημένη του στην αρχή της σχέσης τους, με ιδιαίτερη έμφαση και περιγραφή των ερωτικών τους στιγμών. Οι έντονες αυτές εικόνες, που θυμίζουν κάθε ερωτευμένο ζευγάρι στις απαρχές μιας σχέσης, δίνονται με λεπτότητα και αρκετές δόσεις ρομαντισμού, πράγμα που δεν τις ευτελίζει αλλά αντιθέτως τις εξιδανικεύει. Οι στίχοι μάλιστα: ά, για να γεννηθείς εσύ, κι εγώ για να σε συναντήσω γι' αυτό έγινε ο κόσμος, που μέχρι και σήμερα τραγουδιούνται από διάφορους έντεχνους καλλιτέχνες, δείχνουν ακριβώς το ύψιστο σημείο που έχει τοποθετήσει ο αφηγητής τον συγκεκριμένο έρωτα ενώ από την άλλη μεριά στους μετέπειτα στίχους: Κι η αγάπη μας ήταν η απέραντη σκάλα που ανέβαινα πάνω απ' το χρόνο και το Θεό και την αιωνιότητα ως τ' ασύγκριτα, θνητά σου χείλη, ίσως φαίνεται πως το συναίσθημα αυτό έχει ξεπεράσει τα όρια του έρωτα και έχει αγγίξει το ανώτερο στάδιο της αγάπης. Και λέω ίσως γιατί είναι πολύ πιθανό-, επειδή ακριβώς πρόκειται για τα πρώιμα στάδια της σχέσης του αφηγητή με την αγαπημένη του- τα λόγια αυτά να φτάνουν τα όρια της υπερβολής λόγω του αρχικού θαυμασμού του πρώτου για την κοπέλα που, πράγμα που σαφώς κάνει ο κάθε φρεσκοερωτευμένος.

Στο δεύτερο απόσπασμα έχουμε ουσιαστικά την συνέχεια αυτής της σχέσης, η οποία αποδίδεται με λόγια που είναι δύσκολο να περιγραφούν επάνω σε εικόνες που εκπέμπουν έναν λυγμό και στην συνέχεια ένα κλάμα από ψυχής, ένα χαρακτηριστικό πραγματικά μοναδικό στην ποίηση του Λειβαδίτη. "Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ" έλεγα. Εσύ έβαζες βιαστικά το φόρεμά σου: "Έχει ψύχρα απόψε”. Ο παραλογισμός στις δύσκολες στιγμές και η απελπισία που εκφράζεται από έναν άντρα που γεύεται την απόρριψη σε όλο της το μεγαλείο και μάλιστα από έναν άνθρωπο που αγαπά. Και πράγματι από ψυχολογικής απόψεως είναι σαφέστατα κατανοητό πως για να φτάσει ένας άντρας στο σημείο στο οποίο βρίσκεται τη δεδομένη στιγμή ο αφηγητής, η κατάστασή του είναι πραγματικά πολύ δύσκολη και τα συναισθήματά του πραγματικά αληθινά. Κι έκλαιγα και σε φιλούσα παράφορα και σ' αγκάλιαζα με απεγνωσμένα χέρια μα ήταν σα να 'ξυνα με τα νύχια μου το αδιάφορο χώμα ενός τάφου που είχαν θάψει κιόλας ολόκληρη τη ζωή μου. Για ακόμη μια φορά ο αφηγητής απελευθερώνεται, ξεπερνά τα όρια, δεν φοβάται να εκφραστεί ή να «τσαλακωθεί» και κλαίει σπαραχτικά προσπαθώντας αγωνιωδώς να κρατήσει κοντά του την μεγάλη του αγάπη. Η τελευταία εικόνα μάλιστα ενός ανθρώπου που ξύνει το χώμα ενός τάφου όπου μέσα είναι θαμμένη η ίδια η ζωή του, είναι η επιβλητικότερη εικόνα του ποιήματος-σχεδόν ανατριχιαστική- και απίστευτα παραστατική καθώς με την πρώτη μόλις ανάγνωση ο αναγνώστης σχηματίζει στο μυαλό του την σκηνή ακριβώς όπως περιγράφεται στους στίχους.

Το τρίτο απόσπασμα δείχνει έναν άνθρωπο να βαδίζει άσκοπα στους δρόμους χωρίς να βρίσκει λόγο για να ζει. Φαίνεται πως ο αφηγητής βρισκόμενος στο τώρα, δεν έχει σε καμία περίπτωση ξεπεράσει αυτήν την γυναίκα που τόσο πολύ αγάπησε και έχει εγκλωβιστεί σε μια ανούσια πραγματικότητα, από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει: Τώρα βαδίζω άσκοπα στους δρόμους, κοιτάζω τις βιτρίνες προσπαθώ να συλλαβίσω ανάποδα τις επιγραφές των μαγαζιών αγοράζω κάστανα, και βρίζομαι με τους αστυφύλακες της τροχαίας που μου παρατηρούν αδιάκοπα πως σταματάω την κυκλοφορία. Οι δεδομένες εικόνες έρχονται σε πλήρη αντιδιαστολή με αυτές των προηγούμενων αποσπασμάτων ακριβώς επειδή και τα συναισθήματα του αφηγητή διαφέρουν κατά πολύ. Έτσι ενώ στο πρώτο απόσπασμα έχουμε την απόλυτη ευτυχία που του προσφέρουν οι ερωτικές στιγμές και ενώ στο δεύτερο απόσπασμα έχουμε την κραυγή απόγνωσής του για την απομάκρυνση της αγαπημένης του, σε αυτό το σημείο βλέπουμε την συνέχιση της ζωής του, ως «μισός άνθρωπος», ως ένα άτομο που θα το χαρακτηρίζαμε εύκολα «ζωντανό-νεκρό ». Και κάθε τόσο: έφυγε, σκέφτομαι. Μα να που μπορώ και ζω! όπως μεγαλώνουν για λίγο ακόμα τα γένια και τα νύχια των νεκρών. Η απελπισία του αφηγητή δεν έχει υποχωρήσει παρά μόνο στο ελάχιστο. Στο κλείσιμο του τρίτου αποσπάσματος παρατίθεται για ακόμη μια φορά η εικόνα των νεκρών, αυτή την φορά ως παραλληλισμός της ζωής του αφηγητή με το μεγάλωμα των νυχιών και της γενειάδας των νεκρών. Όσο και αν προσπαθεί, λοιπόν, μοιάζει αδύνατο να συνεχίσει να ζει, μοιάζει το τέλος του να πλησιάζει επικίνδυνα και ο ίδιος να το περιμένει μάλιστα σαν κάτι το φυσιολογικό.

Στο τέταρτο και τελευταίο απόσπασμα που αποτελείται από την σημερινή και την πιθανή μελλοντική κατάσταση του αφηγητή, μετά από όλη την δεινή ψυχολογική κατάσταση που πέρασε, βλέπουμε αρχικά τον ίδιο να έχει συνειδητοποιήσει (μετά από μήνες) ότι έχασε οριστικά τον έρωτά του και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει (Πέρασαν μήνες. Κι είναι στιγμές που ξεχνάω ακόμα και το πρόσωπό της, πασχίζω να θυμηθώ - τίποτα. Μονάχα αυτό το βάρος στην καρδιά, που είναι κάτι περισσότερο κι απ' την ίδια την ανάμνησή της. Που είναι, αυτή, ολόκληρη, μέσα μου). Το τέλος του ποιήματος δεν θα μπορούσε παρά να τονίζει για Τρίτη και τελευταία φορά τον θάνατο: Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρό έξω απ' την πόρτα σου εσύ θα ξέρεις πως πέθανε σφαγμένος απ' τα μαχαίρια των φιλιών που ονειρευότανε για σένα. Υπόθεση στον μέλλοντα, λοιπόν, που κάθε άλλο παρά απίστευτη φαντάζει. Εξάλλου έχει ήδη πολλές φορές τονιστεί πως η ζωή του αφηγητή μετά τον χωρισμό του είναι άδεια, χωρίς κανένα απολύτως ενδιαφέρον. Η υπερβολή έχει και εδώ πρωταγωνιστικό ρόλο και η μεταφορά «απ' τα μαχαίρια των φιλιών» δείχνει το πόσο μεγάλη επίδραση είχε αυτός ο έρωτας στην ψυχοσύνθεση του αφηγητή. Οι τέσσερις τελευταίοι αυτοί στίχοι, παρόλο που τίθενται σαν μια υπόθεση, μοιάζουν σαν μια μελλοντική ανακοίνωση του ομιλητή, τόσο σίγουρη όσο σίγουρη είναι και η μοναξιά που νιώθει.

Ένα ποίημα, ορόσημο θα λέγαμε στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη. Διαβάζοντάς το και ακόμη περισσότερο αναλύοντας και σχολιάζοντάς το, καταλαβαίνει κανείς πως είναι εξαιρετικά δύσκολο να μείνει ανεπηρέαστος και ουδέτερος από τους στίχους του. Ακόμα και η πιο αντικειμενική περιγραφή του από κάποιον, κρύβει μέσα της λεπτές αποχρώσεις από τα συναισθήματα που προκλήθηκαν από το έργο του. Και αυτό είναι χαρακτηριστικό του Λειβαδίτη. Και αυτό επίσης είναι που τον κάνει τόσο ξεχωριστό…



_

γράφει η Άντια Αδαμίδου για το http://tovivlio.net/

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Η μισογυνική και άσεμνη ποίηση του Κρητικού Στέφανου Σαχλίκη (14ος αι.)

Μια έκδοση των ποιημάτων του από το Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης κάνει ευρύτερα γνωστή την παράξενη αυτή μορφή του 14ου αιώνα από τον Χάνδακα της Κρήτης, που υπήρξε ο πρώτος επώνυμος συγγραφέας της νεοελληνικής λογοτεχνίας

γράφει ο Νικόλας Ακτύπης

Ο Στέφανος Σαχλίκης ήταν ένας Έλληνας ποιητής ή καλύτερα στιχουργός, που έζησε στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα στην πόλη και στο διαμέρισμα του Χάνδακα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Ο Σαχλίκης ήταν πρόσωπο της άρχουσας τάξης, ένας από εκείνους που επέζησαν από τη φοβερή επιδημία πανούκλας, από τους λίγους που βρέθηκαν ξαφνικά πλούσιοι σε έναν κόσμο που είχε χάσει τον προσανατολισμό του, και που η μόνη του σιγουριά ήταν ο φρικαλέος θάνατος.

Σύμφωνα με τα λιγοστά στοιχεία που είναι γνωστά για τη ζωή του ανήκε στην τάξη των αρχοντορωμαίων. Ήδη από τα δεκατέσσερά του χρόνια παράτησε το σχολείο και άρχισε να συχνάζει στα καταγώγια και τα χαμαιτυπεία του Κάστρου, προτιμώντας να κάνει παρέα με πειρατές, απατεώνες, πόρνες (πολιτικές) και με εγκληματίες, παρά τις νουθεσίες των κηδεμόνων και των δασκάλων του. Θα γοητευθεί από την έντονη νυχτερινή ζωή της πρωτεύουσας και οι κύριες ενασχολήσεις του θα αποτελέσουν τα τυχερά παιχνίδια (ζάρια), η οινοποσία και η συντροφιά με τις πόρνες.

"Ο κύρης και η μάνα μου, εκείνοι οπού με εκάμαν κατάχερα εκ το στόμα μου ουδέν έλειψε το γάλα, και εις μιάν οι άτυχοι γονείς εις το σχολείον με εβάλαν στα γράμματα μ' εβάλασιν, φρόνεσιν να μανθάνω... και έμαθα τα γράμματα, ώστε ενηλικώθην κι επρόκοπτα εις την παίδευσιν ώσπου εμεγαλώθην. Αμήν απείν εγένομουν χρονών δεκατεσσάρων... ήρχισα τον δάσκαλον να τον αποχωρίζω και τα στενά του Κάστρου μας τριγύρω να γυρίζω. Αργά και πότε το χαρτί επιάνα να διαβάζω, αμή ήθελα να περπατώ δια να περιδιαβάζω... τα καλαμάρια, τα χαρτιά όλα τα λακτοπάτουν... κι εφαίνετό μου το σκολειόν ωσάν κακόν θηρίον. Ολίγα γράμματα έμαθα και τότε τα εξαφήκα, και εις το σκολειόν των πολιτικών εγύρεψα και εμπήκα".

Έζησε έτσι έκδοτα και τρυφηλά σπαταλώντας ολόκληρη την περιου­σία. Κατόπιν μετανιωμένος αποτραβήχτηκε από τη δράση στην ηρεμία της υπαίθρου. Μη αντέχοντας όμως την πληκτική ζωή, ξαναγυρνάει στο Χάνδακα, κάνει το δικηγόρο, πλουτίζει, για να ξαναρχίσει την παλιά του αμαρτωλή ζωή και να καταλήξει πάλι στη φυλακή μετά από καταγγελία κάποιας γυναίκας. Από τη φυλακή ιστορεί τις ερωτικές του περιπέτειες, και συμβουλεύει τους νέους να μην πάθουν τα όσα έπαθεν αυτός. Ιδιαίτερες συμβουλές απευθύνει στον Φραντζισκή, το γιο κά­ποιου φίλου του. Τρία πράγματα του λέει πρέπει να αποφεύγει: «της νύχτας τα γυρίσματα, τα ζάρια, και τις πολιτικές (πόρνες)». Από το 1371 και για την επόμενη δεκαετία έζησε στην επαρχία, στο χωριό Πενταμόδι, όπου έχει απομείνει ένα οικογενειακό φέουδο. Μετά το 1382 εργάστηκε ως δικηγόρος. Οι πληροφορίες από έγγραφα για το πρόσωπό του σταματούν στο 1391.   Η ακατάσχετη τάση του να γευθεί όλες τις απολαύσεις της ζωής που του πρόσφερε η πόλη, που μας την ζωντανεύει τόσο γραφικά και παραστατικά με τους στίχους του, δεν ήταν ίσως παρά μια αντίδραση στην αγωνιώδη αβεβαιότητα των καιρών, στο διαρκώς παρόν δέος του θανάτου, που σημάδευαν τον ψυχισμό των ανθρώπων που επέζησαν από το μεγάλο θανατικό.    Ο Κρητικός στιχουργός είναι ο πιο απερίφραστα περιγραφικός, ο θριαμβευτικότερα άσεμνος, ο χωρίς καμιά φραστική αναστολή καταγραφέας της ευθυμίας, της ανεμελιάς και της ελευθεριότητας του καιρού του και του τόπου του, σε τόνους πολύ πιο εκκωφαντικούς από οποιονδήποτε χρονικογράφο που περιγράφει και στιγματίζει τα ήθη της εποχής εκείνης στην Ευρώπη. Η σάτιρα του Σαχλίκη εκπορεύεται από προσωπικές πικρές εμπειρίες και κατευθύνεται, διεισδυτικά αλλά εγωιστικά, ενάντια σε κοινωνικές ομάδες ή πρόσωπα που τον δυσκόλεψαν ή του κατέστρεψαν τη ζωή ή, που για διάφορους λόγους, του είχαν δημιουργήσει προσωπικές αντιπάθειες.

H περίπτωση του Σαχλίκη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνον επειδή ήταν ο πρώτος επώνυμος Νεοέλληνας στιχουργός που είχε την πρωτοβουλία να εισαγάγει την ομοιοκαταληξία στον ελληνικό στίχο, αλλά και επειδή ήταν χωρίς άλλο και ένας ευφυής και πρωτότυπος δημιουργός, γνώστης της βυζαντινής και της δυτικής λογοτεχνίας του καιρού του και ικανός να αναδιαμορφώνει προς το ευρηματικότερο, να διευρύνει και να εμπλουτίζει ό,τι δανειζόταν.     Κρυφά γαμιέται η πολιτική, εδώ και κει όπου θέλει, και φαίνεται της νόστιμον σαν ζάχαρη και μέλι. Μετά χαράς η πολιτική θέλει κρυφό γαμήσι, ώστε ν' αποδιαντραπή, ώστε ν' αποκινήση, και όποιος την κρατεί κρυφά, βιάζεται να του παίρνη, ρούχα και μπότες και φελλούς και ψούνια να της φέρνη. και πριν να την αφήσει αυτός, άλλον γυρεύει νάβρη· και παίρνει τούτον σήμερον και εκείνον έχει αύρι. Η πολιτική τον κόπελον τον θέλει να γελάση, την όψιν και την γνώμην της όλη της την αλλάσσει. φιλεί, περιλαμπάνει τον, στα στήθη τον μαλάσσει και κάμνει τον ολόχαρον, και κάμνει να γελάση, και λέγει του: «Ομμάτια μου, ψυχή μου και καρδιά μου, απαντοχή, ελπίδα μου, θάρρος, παρηγοριά μου», και δείχνει και ζηλεύει του ότι άλλην καύχαν έχει, και ως δια να δείχνη ότι αγαπά, ψόματα τον ελέγχει· και αλί τον εύρη πελελόν και βάλη τον σ' αγάπη και από πολλής του πελελιάς εκείνος εξετράπη, και τρω τον και ρημάσσουν τον και χάνουν την ζωήν του· ο που πιστεύει πολιτικής χάνει και την τιμήν του.     Στα έργα του ο Σαχλίκης «κηρύττει την ηθική με την αυτάρεσκη περιγραφή της ίδιας του της ανηθικότητας», λέει με πνευματώδη τρόπο ο Hesseling. Αποφεύγει ακόμη τις παρεμβολές βιβλικών και άλλων αποφθεγματικών φράσεων, στις οποίες καταφεύγουν κατά κόρον άλλοι ηθικοδιδακτικοί ποιητές, γεγονός που κάνει τα έργα τους ελάχιστα ελκυστικά. Χαρακτηριστικό της απήχησης που είχαν τα ποιήματα του Σαχλίκη στην εποχή τους είναι ότι είχαν γίνει τραγούδια.   Στα έργα του Σαχλίκη βλέπουμε ένα διάχυτο μίσος κατά των γυναικών και μάλιστα των πορνών, τις οποίες φαίνεται να θεωρεί υπεύθυνες για το κατάντημά του. Ιδιαίτερα τα βάζει με μια Κουταγιώταινα (στο “Βουλή των πολιτικών”), για την οποία εκφράζεται με μεγάλη αισχρότητα.   Γαμιέται η Κουταγιώταινα κι ο σκύλος της γαυγίζει και κλαίσι τα παιδάκια της κι εκείνη χαχανίζει.    Το ίδιο πρόσωπο φαίνεται να κρύβεται και κάτω από την Ποθοτσουτσουνιά (στο “Αρχιμαυλίστρες”), στην οποία ο ποιητής απευ­θύνει εν είδη επωδού την ερώτηση:    Ειπέ με Ποθοτσουτσουνιά, μαυλίζεις ή γαμιέσαι;   Αλλού τη βάζει και καμαρώνει για τα προσόντα της:   Εγώ 'μαι η Ποθοτσουτσουνιά, εγώ 'μαι η ψωλοπόθα, εγώ 'μαι απάνω εις όλες σας, εγώ 'μαι εδά κερά σας.

Οπωσδήποτε ο Σαχλίκης δεν πρωτοτυπεί εκφράζοντας ένα τέ­τοιο μίσος ενάντια στις γυναίκες, παρόλο που οι προσωπικές του εμπειρίες και ταλαιπωρίες τον δικαιολογούν απόλυτα, αλλά βρίσκε­ται στα πλαίσια μια γενικότερης ποιητικής παράδοσης της εποχής, μιας παράδοσης μισογυνισμού, όχι ειδικά Κρητικής, αλλά πανευρωπαϊκής, που έχει τις ρίζες της στον μεσαίωνα, και αποτελεί μια χολωμένη αντίθεση στους αυλικούς έρωτες των ιπποτικών μυθιστοριών, όπου η γυναίκα σχεδόν θεοποιείται.   Οι ποιητικές συμβάσεις με τις οποίες εκφράστηκε αυτός ο μισογυνισμός ήσαν κατά βάση τρεις.  Η πρώτη ήταν ένας μακρύς κατάλογος με αποφθεγματικές ρήσεις κατά των γυναικών, από τον Όμηρο, τους αρχαίους και την Παλαιά Διαθήκη, μέχρι τον τελευ­ταίο (ξένο) κερατωμένο βασιλιά. Η δεύτερη σύμβαση ήταν συμβου­λές σε νέο που πρόκειται να παντρευτεί και η τρίτη ένας διάλογος ανάμεσα σε ένα υπερασπιστή και σε ένα πολέμιο των γυναικών.   Επιρροές από το Στέφανο Σαχλίκη και από ιταλικά πρότυπα έχει το ποίημα «Έπαινος των γυναικών» με 735 οκτασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους, μία χλευαστική περιγραφή των ηθικών ελαττωμάτων των γυναικών αρχίζοντας από τις ανύπαντρες, προχωρώντας στις παντρεμένες και τελειώνοντας στις χήρες.   Πολλὰ ἐχαροκόπησα ἐγὼ καὶ ἐκείνη ἀντάμα· ἦταν αὐθέντρια καὶ κυρὰ καὶ δέσποινα καὶ ντάμα. Πολλὰ παραδιαβάσαμεν ἀντάμα ἐμεῖς οἱ δύο: ἀκόμη ὡς καὶ τὴν σήμερον τὰ γένια μου μαδίω. Διὰ ἐκείνην τὴν πολιτικὴν στὴν φυλακὴν μ' ἐβάλαν καὶ ἀπείτις μ' ἐρημάξασιν, τότε κοντὰ μ' ἐβγάλαν. Καὶ τά 'γραψα εἰς τὴν φυλακὴν διὰ τὲς ἀρχιμαυλίστρες καὶ τὰ παιδία τοῦ σκολειοῦ πολλὰ τὰ τραγουδοῦσαν. Καὶ ἀπεὶν ἐλευθερώθηκαν, ἡ Τύχη μου ἡ καμένη, ὡς ἦτον νὰ μὲ πολεμᾶ πάντοτε μαθημένη, λέγει μου:«Ἀγώμε εἰς τὸ χωριόν, νὰ κάμης τὲς δουλειὲς σου, καὶ ἄφες τοῦ Κάστρου τὰ στενά, ἄφες τὲς πελελιές σου».   Μίμηση του Σαχλίκη και στο θέμα ακόμη είναι και ένα άλλο ποίημα ανώνυμου στιχουργού, ο «Θρήνος του φαλίδου του πτωχού» σε 280 επτασύλλαβους ή οκτασύλλαβους τροχαϊκούς στίχους, που αποτελούν την αυτοβιογραφία ενός ευγενούς νέου, ο οποίος κατασπατάλησε την περιουσία του σε ασωτίες και βρέθηκε στο τέλος χρεοκοπημένος.  

Χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από την μελέτη του Μπάμπη Δερμιτζάκη: Η Λαϊκότητα Της Κρητικής Λογοτεχνίας, Αθήνα 1990, Εκδόσεις Δωρικός” και από το δ.τ. του ΜΙΕΤ. Τα ποιήματα. Χρηστική έκδοση με βάση και τα τρία χειρόγραφα, Φιλολογική επιμέλεια, πρόλογος, εισαγωγή και γλωσσάριο: Γιάννης Κ. Μαυρομάτης, Νικόλαος Μ. Παναγιωτάκης, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2015 

Πηγή: www.lifo.gr